Διαιτολογία – Διατροφή

Ιανουαρίου 12, 2016

Οι καινούργιες αμερικανικές διατροφικές οδηγίες 2015 – 2020 για καλύτερη υγεία

Τον Ιανουαρίο του 2016, το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (USDA) ενημέρωσε το κοινό για τις νέες διατροφικές κατευθυντήριες γραμμές. Οι διατροφικές οδηγίες στις Ηνωμένες Πολιτείες είχαν να ανανεωθούν από το 2010, ενώ η πρώτη τους εκδοχή εμφανίστηκε το 1980.

Έπειτα από την προσθήκη και αξιολόγηση όλων των νεότερων επιστημονικών δεδομένων έφτασε ο καιρός αυτές οι οδηγίες να ανανεωθούν. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, άλλωστε, οι διατροφικές κατευθηντήριες γραμμές ανανεώνονται, βάσει νόμου και προγραμματισμού, κάθε πέντε χρόνια και αφορούν τα άτομα ηλικίας μεγαλύτερης των δύο ετών. Στα άτομα αυτά συμπεριλαμβάνονται και όσοι διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης κάποιας χρόνιας εκφυλιστικής ασθένειας.

Συνοπτικά, τα σημαντικότερα μηνύματα των νέων οδηγιών είναι τα εξής:

  • Τα σιτηρά οφείλουν να αποτελούν κομμάτι του καθημερινού διαιτολογίου, και μάλιστα η προσπάθεια πρέπει να στοχεύει ώστε τα μισά από αυτά να είναι ολικής άλεσης.
  •  Έμφαση στην κατανάλωση ποικιλίας λαχανικών, με ποικιλία χρωμάτων όπως το σκούρο πράσινο, το κόκκινο, το κίτρινο και το πορτοκαλί.
  • Προτίμηση στα αληθινά φρούτα.
  • Κατανάλωση ποικιλίας πηγών πρωτεΐνης η οποία δεν βρίσκεται μόνο στο κόκκινο κρέας και στα πουλερικά, αλλά και στο ψάρι, τα αυγά, τα όσπρια, τη σόγια, τους σπόρους και τους ξηρούς καρπούς.
  • Αντικατάσταση στα πλήρη γαλακτοκομικά με την ημίπαχη ή άπαχη εκδοχή τους.
  • Τα έλαια, όπως το ελαιόλαδο, αποτελούν πηγή ωφέλιμων λιπαρών τα οποία όμως εξασφαλίζονται και από τρόφιμα όπως τα λιπαρά ψάρια και οι ξηροί καρποί.
  • Η κατανάλωση κορεσμένων λιπαρών θα πρέπει να περιορίζεται σε λιγότερο από 10% των συνολικών καταναλισκόμενων θερμίδων ημερησίως, ενώ το ίδιο ισχύει και για τα προστιθέμενα σάκχαρα.
  • Περιορισμός του αλατιού στη διατροφή, με την κατανάλωση να ορίζεται σε μόλις 2.300 mgr νατρίου την ημέρα.

Η κριτική ανάλυση των οδηγιών βοηθά σίγουρα στην καλύτερη κατανόησή τους. Οι οδηγίες πλέον εστιάζουν την προσοχή των ειδικών και του κοινού στο συνολικό διατροφικό πρότυπο και την επίδραση που αυτό έχει στην υγεία παρά σε μεμονωμένα τρόφιμα ή θρεπτικά συστατικά όπως συνέβαινε στο παρελθόν. Ο αναφερόμενος στόχος των οδηγιών είναι η διατήρηση ενός φυσιολογικού σωματικού βάρους, αν και οι επιδράσεις της διατροφής στην υγεία είναι πολύ πιο σύνθετες μέσω της πολυδιάστατης δράσης των μακρο- και μικροθρεπτικών συστατικών σε όλες τις λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος. Θα ήταν συνετό το σωματικό βάρος να μην αποτελεί τον μοναδικό στόχο των οδηγιών. Οι οδηγίες επίσης δέχτηκαν έντονη κριτική για την ιδιαίτερα «ευρεία και αόριστη γλωσσική αναφορά» τους σε τρόφιμα που έχουν «αυξημένη θρεπτική πυκνότητα» παρά στη δημιουργία πολύ πιο συγκεκριμένων συστάσεων.

Το συνιστώμενο ποσοστό των προστιθέμενων σακχάρων δεν θα πρέπει να ξεπερνά το επίπεδο του 10% των ημερήσιων καταλισκόμενων θερμίδων. Σε μια συμβατική δίαιτα 2000 θερμίδων δηλαδή, οι 200 θερμίδες (12 κουταλάκια του γλυκού ζάχαρη ή περίπου 1 κουτάκι σακχαρούχου αναψυκτικού) δυνητικά θα μπορούσαν να προέρχονται από τη ζάχαρη. Οι 12 κουταλιές ζάχαρης μπορεί να φαίνονται ως μια υπερβολικά «χαλαρή» σύσταση αλλά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και το γεγονός πως πολλοί Αμερικανοί καταναλώνουν μέχρι και 22 κουταλάκια του γλυκού ζάχαρης ημερησίως. Η σύσταση που αφορά τα σιτηρά ολικής άλεσης (τα μισά από τα σιτηρά να είναι ολικής άλεσης) έρχεται δυνητικά σε ασυμφωνία με τα υπάρχοντα ερευνητικά δεδομένα που υποδεικνύουν όλα τα σιτηρά της καθημερινής μας διατροφής να είναι μη επεξεργασμένα. Επιπρόσθετα, η «χαλαρή» σύσταση για τα σιτηρά σε συνδυασμό με τη σύσταση για τη ζάχαρη πιθανότατα θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγάλες διακυμάνσεις τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα.

Συνεχίζοντας, οι οδηγίες εστιάζουν στις διατροφικές πηγές του καλίου, του ασβεστίου και τις βιταμίνης D, ενώ καλό θα ήταν να γίνεται επιπρόσθετη αναφορά στο ρόλο και τις διατροφικές πηγές των υπολοίπων βιταμινών και μετάλλων. Αναφορά γίνεται από τις οδηγίες και στην κατανάλωση αλατιού. Η μέση ημερήσια πρόσληψη νατρίου των Αμερικανών ανέρχεται σε 3,440 mgr (περίπου 1,5 κγ μαγειρικού αλατιού ημερησίως) τη στιγμή που η σύσταση αφορά επίπεδα των 2300 mgr νατρίου (1 κγ μαγειρικό αλάτι ημερησίως).

Αν αυτές οι ποσότητες νατρίου αναχθούν σε γραμμάρια μαγειρικού αλατιού τότε η σύσταση γίνεται 5,75 γραμμάρια μαγειρικού αλατιού ημερησίως και η μέση ημερήσια κατανάλωση στις ΗΠΑ αγγίζει τα 8,6 γραμμάρια μαγειρικού αλατιού ημερησίως. Στα περισσότερα Ευρωπαϊκά κράτη η μέση κατανάλωση αλατιού κυμαίνεται στα 8 – 11 γραμμάρια ημερησίως (1,5 κ.γ. – 2 κ.γ. μαγειρικού αλατιού). Σε σχέση με τις πηγές προέλευσης της κατανάλωσης αλατιού, έρευνες σε ευρωπαϊκά κράτη έχουν δείξει ότι το 70-75% του προσλαμβανόμενου νατρίου προέρχεται από επεξεργασμένες τροφές και από τα γεύματα εκτός σπιτιού (ενώ ένα 10-15% από φυσικές μη επεξεργασμένες τροφές και ένα 10-15% από την προσθήκη αλατιού κατά τη διάρκεια μαγειρέματος και στο τραπέζι.

Ένα πρόσθετο νέο στοιχείο των οδηγιών αποτελεί η απουσία σύστασης για τη διαιτητική χοληστερόλη. Τα τελευταία 50 χρόνια η σύσταση αφορούσε ημερήσια κατανάλωση διαιτητικής χοληστερόλης όχι μεγαλύτερης των 300 χιλιοστογραμμαρίων (mgr). Στις τελευταίες οδηγίες η σύσταση αυτή δεν υπάρχει πλέον καθότι τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι δεν υφίσταται κάποια σχέση ανάμεσα στην κατανάλωση διατροφικής χοληστερόλης και των επιπέδων της χοληστερόλης στο αίμα. Σε συμφωνία και με τα συμπεράσματα της αναφοράς της Αμερικάνικης Καρδιολογικής Εταιρείας (AHA / ACC report) η χοληστερόλη είναι μια θρεπτική ουσία της οποίας η αυξημένη κατανάλωση δεν καθιστά πρόβλημα.

Τέλος, οι οδηγίες φαίνεται επίσης ότι δε λαμβάνουν επαρκώς υπόψη την πρόσφατη (2 μήνες πριν) σύσταση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τη μείωση της κατανάλωσης του κόκκινου κρέατος και των επεξεργασμένων κρεάτων, αφού η ανασκόπηση των δεδομένων υπέδειξε αύξηση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου από την υπερκατανάλωσή τους (50 γραμμάρια επεξεργασμένου κρέατος την ημέρα – δηλαδή λιγότερο από δύο φέτες μπέικον – αυξάνουν τις πιθανότητες εκδήλωσης ορθοκολικού καρκίνου κατά 18%). Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι μέσα στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων των ΗΠΑ η συμβουλευτική επιτροπή που διενέργησε την ανασκόπηση των βιβλιογραφικών δεδομένων συνέστησε να συμπεριληφθεί οδηγία για μείωση του κόκκινου κρέατος και των επεξεργασμένων κρεάτων.

Ανακεφαλαιώνοντας, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός πως οι διατροφικές συστάσεις προς τον οποιοδήποτε πληθυσμό και ιδιαίτερα η ερμηνεία τους επηρεάζει καθοριστικά τον τρόπο σίτισης δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Στην Ελλάδα, ανάλογες οδηγίες είχαν εκδοθεί από το 1999. Πολύ πρόσφατα εκδόθηκαν οι ανανεωμένες διατροφικές συστάσεις προς τον πληθυσμό οι οποίες είναι προσβάσιμες ψηφιακά στην ηλεκτρονική διεύθυνση:http://www.diatrofikoiodigoi.gr. Κρίνεται λοιπόν σκόπιμο όλοι μας- και ιδιαίτερα οι ειδικοί που καθημερινά εξασκούν τη συμβουλευτική- να μελετήσουν, όχι απλά να διαβάσουν, αλλά και να συγκρίνουν τις οδηγίες ώστε με τα εξειδικευμένα επιστημονικά και κριτικά φίλτρα που διαθέτουν να οδηγήσουν τους συμπολίτες και καταναλωτές σε επιλογές που δεν θα στοχεύουν μόνο στον έλεγχο του σωματικού βάρους αλλά και στη διατήρηση της συνολικής υγείας τους.

Advertisements

Ιανουαρίου 29, 2009

Οι παράγοντες που ρυθμίζουν το σωματικό βάρος

Το φαινόμενο της εξάπλωσης της παχυσαρκίας δεν είναι καινούριο. Από τη στιγμή της εμφάνισής του η επιστημονική κοινότητα άρχισε να αναζητεί τους παράγοντες που παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στη ρύθμιση του σωματικού βάρους. Από το 1955 που ο Κένεντι διατύπωσε τη θεωρία της λιπόστασης έχουν περάσει σχεδόν 50 χρόνια. Ήταν ο πρώτος που συνέλαβε την ιδέα της κυκλοφορίας στο αίμα ενός χημικού παράγοντα ο οποίος ανάλογα με τη συγκέντρωσή του ‘ενημερώνει’ τον εγκέφαλο για την κατάσταση των αποθεμάτων του λίπους που υπάρχουν στο σώμα. Με αυτόν τον τρόπο, ο εγκέφαλος προσαρμόζει ανάλογα την όρεξη και την πρόσληψη ενέργειας μέσω της τροφής. Πριν από δεκαετίες υπήρχε μόνο το μοντέλο με βάση το οποίο η ρύθμιση του σωματικού βάρους ήταν κεντρική και εκτελούνταν από δυο κέντρα (αυτό της πείνας και αυτό του κορεσμού) που βρίσκονται στην περιοχή του εγκεφάλου που ονομάζεται υποθάλαμος. Η εξέλιξη της επιστημονικής δραστηριότητας άρχισε με την πάροδο των χρόνων να συμπληρώνει επιπρόσθετους παράγοντες στο σύνθετο πάζλ του ελέγχου του σωματικού βάρους. Έτσι, φαίνεται πως η ρύθμιση της πρόσληψης τροφής είναι το σύνθετο αποτέλεσμα μιας αλληλεπίδρασης χημικών και νευρικών σημάτων μεταξύ εγκέφαλου, πεπτικού συστήματος και λιπώδους ιστού. Οι περιφερικοί ιστοί (λιπώδης ιστός και πεπτικό σύστημα) του σώματος στέλνουν συνεχώς μηνύματα πίσω στον εγκέφαλο για να τον ενημερώσουν για την κατάσταση της τροφής που έχει εισέλθει και για το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η πέψη. Τα σήματα αυτά δρουν ουσιαστικά ως ορμόνες αφού η πληροφορία που μεταφέρουν επηρεάζει έμμεσα τη λειτουργία άλλων οργάνων. Τα οχήματα αυτών των μηνυμάτων δεν είναι άλλα από τα διάφορα νευροπεπτίδια που απαντώνται στην κυκλοφορία του αίματος. Έτσι, ο λιπώδης ιστός χρησιμοποιεί νευροπεπτίδια όπως η λεπτίνη, και η ινσουλίνη, ενώ ο γαστρεντερικός σωλήνας έχει ανάλογους ‘αγγελιοφόρους’, όπως η χολεκυστοκινίνη, το πεπτίδιο YY και το πεπτίδιο GLP-1. Η ινσουλίνη και η λεπτίνη (που εκκρίνεται από τα κύτταρα του λίπους) για παράδειγμα, ενεργοποιούν τις βιοχημικές διαδικασίες του εγκεφάλου που οδηγούν το σώμα να χρησιμοποιήσει θρεπτικά συστατικά από τα ήδη αποθηκευμένα (καταβολικές διαδικασίες). Παράλληλα, αναστέλλουν τις διαδικασίες που έχουν αντίθετη δράση, εκείνες δηλαδή που οδηγούν τον οργανισμό στο να αποθηκεύσει θρεπτικά συστατικά στα αποθέματά του (αναβολικές διαδικασίες). Από τη στιγμή που τα βιοχημικά σήματα θα φθάσουν στον εγκέφαλο διαχέονται μεταξύ των διαφόρων κέντρων του υποθαλάμου, τα οποία βρίσκονται σε άρρηκτη συσχέτιση μεταξύ τους. Ένας επιπρόσθετος ρυθμιστικός παράγοντας σε αυτή την αέναη μεταφορά σημάτων είναι τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα. Σε όλη την έκταση του υποθάλαμου υπάρχουν νευρώνες που ‘καταγράφουν’ τη συγκέντρωση της γλυκόζης. Ανάλογα με τα επίπεδά της επηρεάζεται η προαναφερθείσα ‘βιοχημική αλληλογραφία’. Ένα άλλο στοιχείο που έχει ενδιαφέρον είναι η σχέση μεταξύ μακροπρόθεσμης ρύθμισης του σωματικού βάρους και βραχυπρόθεσμου ελέγχου της έναρξης και του τερματισμού των γευμάτων. Κάθε σήμα που ελέγχει μακροπρόθεσμα το βάρος, τελικά φαίνεται πως έχει επίδραση στο μέγεθος και τη συχνότητα των γευμάτων. Η λεπτίνη, για παράδειγμα, έχει φανεί πως μειώνει την πρόσληψη τροφής μέσα από τη μείωση του μεγέθους των γευμάτων. Ουσιαστικά ενεργοποιεί τους μηχανισμούς που τερματίζουν νωρίτερα το γεύμα. Ανακεφαλαιώνοντας, η φύση δείχνει να προσπαθεί να βελτιστοποιήσει την ποσότητα του λίπους και κατ’ επέκταση του βάρους στο σώμα μας. Αυτό άλλωστε δείχνουν μελέτες στις οποίες ο χειρισμός του βάρους είχε ως αποτέλεσμα άμεση προσαρμογή της ενεργειακής πρόσληψης και κατανάλωσης του οργανισμού. Φυσικά, η όρεξή μας ελέγχεται και από άλλους ενδογενείς παράγοντες, όπως η έκφραση των γονιδίων αλλά και από εξωτερικούς παράγοντες όπως περιβαλλοντικοί, κοινωνικοί και συμπεριφοριστικοί. Η γνώση που έχει συγκεντρωθεί ως τώρα δεν φαίνεται να επαρκεί ακόμη για να εμποδίσει τους αυξητικούς ρυθμούς του φαινομένου της παχυσαρκίας. Γι’ αυτό ακριβώς, κάθε έρευνα για φαρμακευτική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τους ποικίλους περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ευρεία χρήση τροφίμων, που εξαιτίας της ελκυστικής γεύσης και της μεγάλης ενεργειακής πυκνότητας τείνουν να παρακάμπτουν τους προαναφερόμενους ρυθμιστικούς μηχανισμούς.

Νοέμβριος 16, 2008

Το καλό λίπος του σώματος

Μέσα από εκατοντάδες επιστημονικές έρευνες και μη εύστοχη ίσως επικοινωνιακή τακτική, έχει περάσει στο κοινό η άποψη πως οποιοδήποτε τρόφιμο περιέχει λιπαρά είναι δυνητικά επιβλαβές για τον ανθρώπινο οργανισμό. Μάταια προσπαθούν οι διαιτολόγοι να διευκρινίσουν πως δεν είναι όλα τα είδη των λιπών βλαβερά και πως τα λιπίδια αποτελούν μια μεγάλη κατηγορία ενώσεων με πολλές υποκατηγορίες. Έτσι, η χοληστερόλη ανήκει σε διαφορετική κατηγορία λιπαρών από τα τριγλυκερίδια, ενώ τα μονοακόρεστα λιπαρά οξέα διαφέρουν από τα πολυακόρεστα, τα κορεσμένα και τα τρανς λιπαρά οξέα ως προς το λειτουργικό τους αποτέλεσμα στα λιπίδια του αίματος.

Μια άλλη ειδοποιός διαφορά των λιπών εντοπίζεται ως προς την πηγή προέλευσής τους. Υπάρχουν λοιπόν τα λιπαρά που ο οργανισμός λαμβάνει μέσω της τροφής αλλά και αυτά που συνθέτει αφού πρώτα έχει διασπάσει αυτά που έλαβε από τα τρόφιμα που κατανάλωσε. Αυτό συμβαίνει επειδή ακριβώς ο οργανισμός πρέπει να μετατρέψει τα θρεπτικά συστατικά που λαμβάνει με την τροφή σε ουσίες που έχουν τέτοια δομή ώστε να είναι αφομοιόσημες και αξιοποιήσιμες από το σώμα. Έτσι, μπορεί να λαμβάνουμε λιπαρές ουσίες από τις τροφές, αλλά αυτές πρέπει πρώτα να διασπαστούν και να μετατραπούν σε λιπαρές ουσίες που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο οργανισμός. Επιπρόσθετα, μέσα από αυτές τις διαδικασίες διάσπασης (καταβολισμός) και επανασύνθεσης (αναβολισμός) παράγεται η απαραίτητη ενέργεια που χρειάζεται το σώμα μας για να επιτελέσει τις διάφορες ζωτικές λειτουργίες.

Με τα μέχρι τώρα υπάρχοντα δεδομένα, τα κορεσμένα και τα τρανς λιπαρά από τη διατροφή είναι βλαβερά για τον οργανισμό, αφού τα πρώτα αυξάνουν την ολική και την ‘κακή’ χοληστερίνη, ενώ τα δεύτερα επιπλέον ελαττώνουν την ‘καλή’ χοληστερίνη. Τα μονοακόρεστα λιπαρά οξέα από την άλλη πλευρά, μειώνουν τα τριγλυκερίδια και αυξάνουν την ‘καλή’ χοληστερίνη. Τα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα (ω-3 και ω-6) όταν αντικαταστήσουν τα κορεσμένα λιπαρά οξέα της δίαιτας μπορούν να μειώσουν τα τριγλυκερίδια και τη χοληστερόλη του αίματος.

Από πολύ πρόσφατη έρευνα όμως που διενήργησε ο Hotamisligil και οι συνεργάτες του προέκυψε το εξής ενδιαφέρον συμπέρασμα: ‘τελικά ίσως το λίπος που παράγει το ίδιο το σώμα από το ήδη υπάρχον και αποθηκευμένο λίπος να είναι ευεργετικό για τον οργανισμό’. Η έρευνα δημοσιεύθηκε στην έγκριτη επιστημονική επιθεώρηση ‘Cell’ και εστίασε σε ένα συγκεκριμένο λιπαρό οξύ, το παλμιτελαϊκό. Αυτό το λιπαρό οξύ συντίθεται στον οργανισμό μέσω μιας διαδικασίας κατά την οποία ο οργανισμός παράγει λίπος από το λίπος του σώματός του. Η διαδικασία ονομάζεται de novo σύνθεση λιπαρών. Σε αντίθεση με τα άλλα λιπαρά οξέα που χρησιμεύουν για την παραγωγή ενέργειας, το παλμιτελαϊκό οξύ δρα σαν ορμόνη μέσα στον οργανισμό και έχει ευεργετικά αποτελέσματα, καθώς π.χ διευκολύνει τη δράση της ινσουλίνης.

Ο Hotamisligil και η ομάδα του μελέτησαν ποντίκια τα οποία έφεραν δύο γενετικές μεταλλάξεις που τα προστάτευαν έναντι του σακχαρώδους διαβήτη και της παχυσαρκίας που οφείλεται στην υπερβολική λήψη τροφής. Εκείνο που κατάφερε να ανακαλύψει είναι το μηχανισμό με τον οποίο οι μεταλλάξεις αυτές προστάτευαν από τις ασθένειες. Τα ποντίκια αυτά είχαν ένα λιπιδαιμικό προφίλ πλούσιο σε παλμιτελαϊκό οξύ που δε μπορούσε να εξηγηθεί από τη διατροφή, καθώς αυτή συνήθως περιέχει πολύ μικρές ποσότητες σε παλμιτελαϊκό οξύ. Το τελευταίο βοηθούσε τη γλυκόζη να περνά μέσα στους μυς των ποντικιών και επίσης εμπόδιζε το συκώτι να παράγει περιττό λίπος, προστατεύοντάς το έτσι από τη γνωστή σε όλους λιπώδη διήθηση.

Ένα νέο λιπαρό οξύ φαίνεται να ανακαλύπτεται λοιπόν, με πολλές πιθανές ρυθμιστικές δράσεις σε ολόκληρο το μεταβολισμό του ανθρώπου. Απομένει να γίνουν παραπέρα έρευνες για να διευκρινιστεί πλήρως ο ρόλος του παλμιτελαϊκού οξέος και ίσως πλέον να καθοδηγηθεί από τον άνθρωπο η παραγωγή του προς όφελος ασθενειών όπως η παχυσαρκία και ο σακχαρώδης διαβήτης. Ο κανόνας πως ‘όσο τα λιπίδια του οργανισμού αυξάνονται αρρωσταίνουμε και όσο ελαττώνονται γινόμαστε υγιέστεροι’ φαίνεται πως πλέον αρχίζει να αμφισβητείται.

Νοέμβριος 1, 2008

Γενετικά τεστς και δίαιτες

1. Η επιστημονική άποψη του καθηγητή γενετικής και πρύτανη του Πανεπιστημίου Πατρών από το 1994, κου Αλαχιώτη:

http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=15495&m=H08&aa=1

2. Η άποψη του αντιπροέδρου του Ελληνικού Ινστιτούτου Διατροφής, κου Κωνσταντίνου Ξένου:

http://www.protothema.gr/content.php?id=17011

Τα συμπεράσματα δικά σας.

Προσωπικά, ως υποψήφιος διδάκτωρ διατροφογενετικής, τάσσομαι με την 1η άποψη.

Οκτώβριος 28, 2008

Φάρμακα κατά της παχυσαρκίας: ποιό το μέλλον τους;

Παρά το γεγονός πως η παχυσαρκία είναι πολυπαραγοντική νόσος, η βιομηχανία φαρμάκων, όπως και πολλοί συμπολίτες μας, έχουν πειστεί εδώ και χρόνια πως η λύση στο πρόβλημα θα δοθεί από ένα χάπι. Έτσι, στο πέρασμα του χρόνου έχουν εμφανιστεί διάφορα φαρμακευτικά σκευάσματα τα οποία δρουν με διαφορετικό μηχανισμό το καθένα και περιέχουν διαφορετική δραστική ουσία. Ως εκ τούτου έχουν διαφορετικές παρενέργειες όσο και διαφορετική αποτελεσματικότητα.

Η ορλιστάτη για παράδειγμα, είναι η χημική ουσία που εμποδίζει την απορρόφηση του διατροφικού λίπους από το γαστρεντερικό σωλήνα. Για την ακρίβεια, η ουσία αυτή αναστέλει τη λειτουργία ενός ενζύμου (παγκεατική λιπάση) το οποίο διασπά τα τριγλυκερίδια της τροφής στο έντερο. Έτσι, τα τριγλυκερίδια, αφού δεν μπορούν να διασπαστούν, δεν είναι δυνατόν και να απορροφηθούν περαιτέρω. Η ορλιστάτη όμως μπορεί να αναστείλει την απορρόφηση μόνο του 30% του λίπους που κάποιος προσλαμβάνει μέσω της διατροφής του.

Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο δρα επικουρικά στη διατροφή, η οποία πρέπει να είναι χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά. Σε αντίθετη περίπτωση παρατηρείται στεατόρροια, μια κατάσταση κατά την οποία το λίπος που δε μπορεί να απορροφηθεί από το έντερο αποβάλλεται μέσω των κοπράνων. Επιπρόσθετα, οι λιποδιαλυτές βιταμίνες (Α,Κ,Ε,D) δεν μπορούν να απορροφηθούν από τις τροφές εξαιτίας της δράσης του φαρμάκου. Έτσι, συνήθως συστήνεται επιπρόσθετα η λήψη πολυβιταμινούχου συμπληρώματος ταυτόχρονα.

Η σιβουτραμίνη αποτελεί τη δραστική ουσία ενός άλλου φαρμάκου το οποίο έχει επιστρατευτεί ενάντια στην παχυσαρκία. Ο τρόπος δράσης διαφέρει σε αυτή την περίπτωση. Η ουσία αυτή ελαττώνει την όρεξη του οργανισμού και κατ’ επέκταση την υπερβολική πρόσληψη θερμίδων. Παρενέργειές της είναι δυνητικά η αύξηση της αρτηριακής πίεσης, ναυτία, αίσθηση παράξενης γεύσης και πιο σπάνια αλλαγές στην ψυχική διάθεση, παραισθήσεις και καρδιακές αρρυθμίες.

Τέλος η ριμοναμπάτη αποτελεί το πιο πρόσφατο κατασκεύασμα που έχουν επιστρατεύσει οι φαρμακοβιομηχανίες απέναντι στην παχυσαρκία. Πρόκειται για μια ουσία η οποία δρα όπως περίπου η σιβουτραμίνη και μειώνει την όρεξη του οργανισμού ακολουθώντας όμως ένα διαφορετικό βιοχημικό μονοπάτι, αυτό του δικτύου των ενδοκαναβιδοειδών υποδοχέων. Ο ρόλος του ήταν επίσης επικουρικός σε μια προσεγμένη διατροφή που συνοδεύεται από συστηματική φυσική δραστηριότητα.

Το φάρμακο κυκλοφόρησε το 2006 και μόλις στις 23 Οκτρωβρίου 2008 αποσύρθηκε από την αγορά μετά από απόφαση της Επιτροπής για τα Φαρμακευτικά Προϊόντα Ανθρώπινης Χρήσης (CHMP) της Ευρωπαίκής Ένωσης. Φάνηκε πως τελικά οι παρενέργειες του χαπιού ήταν περισσότερες από τα οφέλη και πως επιπρόσθετα ήταν συχνότερες στην πραγματική ζωή σε σχέση με τις κλινικές δοκιμασίες που έγιναν πριν την κυκλοφορία του. Οι παρενέργειες αυτές δεν είναι καθόλου αμελητέες.

Επειδή η ριμοναμπάτη δρα στο πολύπλοκο κεντρικό νευρικό σύστημα του ανθρώπου οι συνέπειες μπορεί να είναι απρόβλεπτες. Συχνά οι ασθενείς παρουσίαζαν δριμεία κατάθλιψη και σπανιότερα τάσεις αυτοκτονίας. Η συνολική δράση της ουσίας ήταν τέτοια που φαίνεται πως συνέβαλε στην εξέλιξη νευροεκφυλιστικών ασθενειών, όπως της πολλαπλής σκλήρυνσης, της νόσου Αλζάιμερ κ.α. Τί μας επιφυλάσσει λοιπόν το μέλλον των χαπιών ενάντια στην παχυσαρκία;

Στις 22 Οκτωβρίου 2008, δημοσιεύθηκε στην έγκριτη επιθεώρηση Lancet μια μικρή (συγκρίθηκαν ομάδες των 50 ατόμων) κλινική δοκιμή φάσης ΙΙ για μια νέα φαρμακευτική ουσία που βοηθά στην απώλεια του βάρους. Η ουσία ονομάζεται τεσοφενσίνη και μέχρι τώρα η έρευνα είχε εστιάσει στο ρόλο της σε ασθένειες όπως η Αλζάιμερ και η Πάρκινσον. Τα αποτελέσματα όμως ήταν απογοητευτικά. Η δράση της ουσίας αυτή επικεντρώνει ξανά στην απώλεια της όρεξης αλλά και στην αύξηση του βασικού μεταβολικού ρυθμού. Οι ερευνητές βασίζουν τις ελπίδες τους στο γεγονός πως η συγκεκριμένη ουσία φαίνεται να έχει επιπλέον αντικαταθλιπτικές ιδιότητες.

Μέχρι στιγμής οι κλινικές δοκιμές έχουν ανιχνεύσει τις εξής παρενέργειες: ξηροστομία, αϋπνία, ταχυκαρδία, δυσκοιλιότητα, ναυτία, διάρροια και αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Όλες αυτές οι παρενέργειες έχουν ήδη παρατηρηθεί και σε προηγούμενα χάπια. Μένει μόνο να φανεί αν α) τελικά η καινούργια φαρμακευτική ουσία θα πάρει έγκριση κυκλοφορίας, β) αν έχει δυνητικά και άλλες σοβαρότερες παρενέργειες και γ) είναι τελικά και πόσο, αποτελεσματική στην απώλεια βάρους.

Αν και μέχρι να διεξαχθούν οι μεγαλύτερου εύρους κλινικές δοκιμές φάσης ΙΙΙ για την καινούρια φαρμακευτική ουσία και μέχρι οι φαρμακευτικές εταιρείες να καταλήξουν στο θαυματουργό χάπι κατά της παχυσαρκίας, ας προσπαθήσουμε όλοι να κατανοήσουμε πως πάντα ο ρόλος των χαπιών αυτών ήταν επικουρικός σε έναν ισορροπημένο τρόπο ζωής που περιλαμβάνει υγιεινή διατροφή και συστηματική σωματική άσκηση. Το να μετατίθεται η ελπίδα της θεραπείας της παχυσαρκίας αποκλειστικά σε ένα χάπι είναι μάλλον ουτοπία.

Ας μην λησμονούμε επίσης πως η κοινωνική ασφάλιση πλέον δεν αποζημιώνει φάρμακα που προορίζονται για την καταπολέμηση της παχυσαρκίας, της φαλάκρας, της στυτικής δυσλειτουργίας, του καπνίσματος, των ρυτίδων, των κιρσών και της φλεβίτιδας, όπως επίσης και αντισυλληπτικά και βιταμίνες (Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας: Αρ. Πρ. Φ. 42000/15995/1456). Τα φάρμακα αυτά θεωρούνται πλέον ‘φάρμακα lifestyle’ και τα χαρακτηριστικά τους προσδιορίζονται από απόφαση του ΕΟΦ (Αρ. Πρ. 38945/11-6-2008). Μέχρι λοιπόν να υπάρξουν νεότερες εξελίξεις είναι μια θαυμάσια ευκαιρία η ανέξοδη υγιεινή διατροφή να γίνει το επίκεντρο της θεραπείας της παχυσαρκίας.

Οκτώβριος 11, 2008

Τα κρυμμένα μυστικά των λιποκυττάρων μας

Στα θηλαστικά υπάρχουν 2 είδη λιπώδους ιστού:

  • ο λευκός και
  • ο φαιός λιπώδης ιστός.

Ο λευκός λιπώδης ιστός αποθηκεύει λίπος, ενώ ο φαιός κινητοποιεί και ουσιαστικά ‘καίει’ λίπος.

    Το ενδιαφέρον καινούργιο επιστημονικό στοιχείο που συμπληρώνει το παζλ του μεταβολισμού είναι πως τα κύτταρα του φαιού λιπώδους ιστού έχουν τις ίδιες γενετικές ρίζες με τα κύτταρα του μυϊκού ιστού, τα οποία είναι τα κύτταρα που κατ’ εξοχήν μεταβολίζουν την ενέργεια στο ανθρώπινο σώμα. Ο Κόνραντ Κέσνερ που ανακάλυψε πρώτος τον φαιό λιπώδη ιστό το 1551, τον περιέγραψε ως κάτι ενδιάμεσο μεταξύ μυός και λίπους.

    Ο λευκός λιπώδης ιστός συνοδεύεται από κακή φήμη στην επιστημονική κοινότητα, αφού έχει συσχετιστεί με την εμφάνιση παχυσαρκίας. Αντίθετα, ο φαιός λιπώδης ιστός θεωρείται ευνοϊκότερος για τον άνθρωπο, αφού περιέχει πολλά μιτοχόνδρια, τα οργανίδια μέσα στα οποία γίνονται οι κυτταρικές καύσεις του μεταβολισμού. Όμως τα οργανίδια αυτά διαθέτουν ακόμα ένα μοναδικό χαρακτηριστικό. Παράγουν μια πρωτεΐνη η οποία βοηθά στην καύση του αποθηκευμένου λίπους προκειμένου να παραχθεί θερμότητα για τον οργανισμό. Έτσι, το σώμα ζεσταίνεται και ταυτόχρονα παραμένει αδύνατο. Η πρωτεΐνη αυτή ονομάζεται UCP1 και περιέχεται μόνο στο φαιό και όχι στο λευκό λιπώδη ιστό.

    Επίσης, μέχρι πρόσφατα επικρατούσε η αντίληψη πως ο φαιός λιπώδης ιστός υπήρχε μόνο στα νεογέννητα. Όμως, δεδομένα από διάφορες μελέτες πλέον υποδεικνύουν πως υπάρχουν αρκετοί ενήλικες που διατηρούν μεταβολικά ενεργό τον φαιό τους λιπώδη ιστό. Η σύγχρονη έρευνα έχει επικεντρώσει τις προσπάθειές της στο να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται τα κύτταρα του φαιού ιστού, με απώτερο σκοπό να μιμηθεί τη διαδικασία αυτή και πιθανότατα να δώσει λύση στο πρόβλημα της παχυσαρκίας.

    Στο έμβρυο, οι δύο τύποι λιπώδους ιστού προέρχονται από διαφορετικές σειρές πρόδρομων κυττάρων. Ακόμα πιο εντυπωσιακό όμως είναι το γεγονός πως τα κύτταρα του φαιώδους ιστού προέρχονται από τα πρόδρομα κύτταρα των μυϊκών κυττάρων του εμβρύου. Το αν τα πρόδρομα μυϊκά κύτταρα θα καταλήξουν μυϊκά ή φαιά λιποκύτταρα φαίνεται πως εξαρτάται από την ύπαρξη ενός γονιδιακού παράγοντα ο οποίος ονομάζεται PRDM16.

    Όταν αυτός δεν υπάρχει, τότε τα πρόδρομα μυϊκά κύτταρα θα μετατραπούν σε μυϊκά κύτταρα και όχι σε κύτταρα του φαιού λιπώδους ιστού. Τα τελευταία αυτά δεδομένα δημοσιεύθηκαν τον Αύγουστο του 2008 στην έγκριτη επιστημονική επιθεώρηση ‘Nature’. Φαίνεται λοιπόν πως όταν τα πρόδρομα μυϊκά κύτταρα δεν λαμβάνουν πλήρες το σήμα για να εξελιχθούν σε μυϊκά, τότε εξελίσσονται σε φαιό λιπώδη ιστό. Όταν δεν λάβουν πλήρες το σήμα για να εξελιχθούν σε φαιά λιπώδη, τότε εξελίσσονται σε μυϊκά.

    Συνεχίζοντας, υπάρχουν μερικά φαιά λιπώδη κύτταρα που φαίνεται πως σχετίζονται με τα λευκά λιποκύτταρα. Σε περιοχές δηλαδή του σώματος που κυριαρχεί ο λευκός λιπώδης ιστός είναι πιθανό να ενεργοποιήσει τη δημιουργία φαιών λιποκυττάρων. Όμως, αυτού του είδους τα φαιά λιποκύτταρα διαφέρουν από εκείνα που προέρχονται από τα πρόδρομα μυϊκά κύτταρα και εκείνο που δεν έχει απαντηθεί ακόμα είναι το αν αυτά ήταν λευκά λιποκύτταρα που μετατράπηκαν σε φαιά ή αν πρόκειται για φαιά λιποκύτταρα που είχαν ‘μεταμφιεστεί’ σε λευκά λιποκύτταρα. Επιπρόσθετα, αυτού του είδους τα λιποκύτταρα δεν αποκρίνονται στον παράγοντα PRDM16 που αναφέρθηκε προηγουμένως.

    Ανακεφαλαιώνοντας, φαίνεται πως τα δύο είδη λίπους (λευκό και φαιό) που έχουμε στο σώμα μας έχουν θεμελιώδεις διαφορές. Τα φαιά λιποκύτταρα μοιράζονται πολλές κοινές πρωτεΐνες με τα κύτταρα των μυών. Το γεγονός αυτό κάνει τον φαιό λιπώδη ιστό μεταβολικά ενεργό (μπορεί δηλαδή να ‘καίει λίπος’) σαν τα μυϊκά κύτταρα.

    Τελικά, η επιστημονική κοινότητα αρχίζει πλέον να θεωρεί πως ο ιστός αυτός δεν είναι τίποτα άλλο από μυϊκά κύτταρα που έχουν αποθηκεύσει λίπος παρά μια διαφοροποιημένη ποικιλία λιποκυττάρων. Μαζί με τις ανακαλύψεις αυτές έρχονται στο φως και νέα ερωτήματα, όπως πώς τελικά ρυθμίζεται το αν τα πρόδρομα μυϊκά κύτταρα θα γίνουν μυϊκά ή φαιά λιπώδη. Αν στο μέλλον επιτευχθεί η κατανόηση και ο έλεγχος του μηχανισμού αυτού, τότε ίσως να έχουμε βρεθεί ένα βήμα πιο κοντά στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας.

    Σεπτεμβρίου 15, 2008

    Αποστολή: Γιοκοχάμα-Ιαπωνία: 15ο Παγκόσμιο Συνέδριο Διαιτολογίας-Διατροφής

    Κάθε 4 χρόνια οι διαιτολόγοι από όλες τις γωνιές του πλανήτη συγκεντρώνονται για να ανταλλάξουν απόψεις και να παρουσιάσουν τα πιο πρόσφατα επιστημονικά δεδομένα της επιστήμης της διατροφής. Αυτή τη φορά το ραντεβού δόθηκε στη Γιοκοχάμα της Ιαπωνίας και είχα την τιμή να βρεθώ ως αντιπρόσωπος του Ελληνικού Συλλόγου Διαιτολόγων-Διατροφολόγων. Περίπου 5000 σύνεδροι παραβρέθηκαν και οι ομιλίες κάλυψαν σχεδόν κάθε πλευρά της σύγχρονης διαιτολογίας: από τα επιστημονικά δεδομένα για το ρόλο της διατροφής στις διάφορες ασθένειες μέχρι τα θέματα που απασχολούν τον επαγγελματία διαιτολόγο είτε στον ιδιωτικό είτε στο δημόσιο τομέα.
    Οι διαλέξεις ήταν ποικίλες και ενδιαφέρουσες. Κάλυψαν διάφορα πεδία της επιστήμης της διατροφής όπως τη σχέση της με την κουλτούρα και την παράδοση, τον υποσιτισμό, το μεταβολικό σύνδρομο, την παχυσαρκία, το σακχαρώδη διαβήτη, τη νεφρική νόσο, τον καρκίνο, τις καρδιαγγειακές παθήσεις, την περιεγχειρητική φροντίδα, τα λειτουργικά τρόφιμα, τις σχολικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της παιδικής παχυσαρκίας και τη μακροζωία. Επίσης υπήρχαν ομιλίες που κάλυπταν τις ιδιαιτερότητες και τον θρεπτικό πλούτο των τροφίμων της ιαπωνικής διατροφής. Τέλος, υπήρχαν ομιλίες που αφορούσαν στη μετακίνηση των διαιτολόγων σε έναν πλέον παγκοσμιοποιημένο χώρο εργασίας αλλά και τις νέες προκλήσεις του κλάδου, όπως για παράδειγμα η θέση του διαιτολόγου στη σχολική εκπαίδευση και την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας.
    Στην τελετή έναρξης ο καθηγητής Μασάο Ίτο ανέπτυξε τις θεωρίες που υπάρχουν για την εξήγηση του τρόπου με τον οποίο ο εγκέφαλος ρυθμίζει την πρόσληψη τροφής ανάλογα με τα ερεθίσματα που δέχεται από το εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον. Στη συνέχεια του συνεδρίου εξετάστηκαν οι αντιθρομβωτικές ιδιότητες των ω-3 λιπαρών οξέων, που απαντώνται κυρίως στα ψάρια. Το θέμα της κακοθρεψίας (υποσιτισμός, παχυσαρκία) παγκοσμίως απασχόλησε τους σύνεδρους καθώς πλέον 20 εκατομμύρια νεογένητα έχουν χαμηλό σωματικό βάρος, σχεδόν το 1/3 των παιδιών έχει μειωμένη ανάπτυξη και άλλο 1/3 παρουσιάζει χαμηλό βάρος. Πάνω από 850 εκατομμύρια παιδιά είναι εκτεθειμένα στην πείνα, ενώ περίπου 1,6 δισεκατομμύρια ενήλικες είναι υπέρβαροι, 400 εκατομμύρια είναι παχύσαρκοι και δυστυχώς 20 εκατομμύρια παιδιά προσχολικής ηλικίας είναι ήδη παχύσαρκα. Το 60% όλων των θανάτων αποδίδεται σε ασθένειες που σχετίζονται με τη διατροφή, ενώ το 80% αυτών των θανάτων συμβαίνει σε χώρες μετρίων και χαμηλών εισοδημάτων. Γι’ αυτό ακριβώς είναι σημαντικό κάθε χώρα να έχει διαμορφωμένες διατροφικές οδηγίες προς τον πληθυσμό της που θα βασίζονται στα πιο πρόσφατα επιδημιολογικά δεδομένα. Στην Ελλάδα πως οι διατροφικές οδηγίες προς τον πληθυσμό έχουν να ανανεωθούν από το 1999.
    Τα νέα επιστημονικά δεδομένα που αφορούν στο μεταβολικό σύνδρομο είναι η αδιπονεκτίνη, μια πρωτεΐνη που εκκρίνεται από το λίπος του σώματος και της οποία η έκκριση μειώνεται όσο αυξάνεται η συσσώρευση λίπους στην κοιλιακή χώρα του σώματος. Ένας άλλος παράγοντας που προκαλεί την έλλειψη της πρωτεΐνης αυτής είναι οι ελεύθερες ρίζες οξυγόνου που δημιουργούνται από το οξειδωμένο λίπος. Έτσι, οι ελεύθερες ρίζες προκαλούν την έλειψη της αδιπονεκτίνης και αυτή με τη σειρά της δημιουργεί το μεταβολικό σύνδρομο (κατάσταση που χαρακτηρίζεται από αυξημένη περιφέρεια μέσης, υψηλή αρτηριακή πίεση, αυξημένα επίπεδα λιπιδίων, αυξημένη αντίσταση στην ινσουλίνη).
    Ένα άλλο θέμα που εξετάστηκε στο συνέδριο αυτό ήταν τα λειτουργικά τρόφιμα. Αυτά αποτελούν μια σύγχρονη πραγματικότητα για την οποία όμως ο κόσμος δεν έχει την κατάλληλη επιστημονική πληροφόρηση. Δεν είναι λίγες οι φορές που τα τρόφιμα αυτά καταναλώνονται πιο πολύ από περιέργεια παρά από ενσυνείδητη επιλογή. Άλλες φορές καταναλώνεται ένα φυσικό λειτουργικό τρόφιμο χωρίς να υπάρχει γνώση πως είναι λειτουργικό π.χ. είναι πολλοί αυτοί που δεν ξέρουν πως τα καρύδια και τα αμύγδαλα συμβάλλουν στη μείωση της χοληστερίνης. Παρ’ όλ’ αυτά, όπως αναφέρθηκε στο συνέδριο, επειδή υπάρχουν και λειτουργικά τρόφιμα τα οποία δεν έχουν φυσική προέλευση αλλά προκύπτουν μετά από εμπλουτισμό καλό θα είναι να χρησιμοποιούνται με φειδώ και προσοχή καθώς υπάρχει ο κίνδυνος να μετατοπιστεί η κύρια πηγή της ευεργετικής ουσίας από τα φυσικά τρόφιμα στα εμπλουτισμένα, π.χ. υπάρχει ο κίνδυνος κάποιος να λαμβάνει τα ω-3 λιπαρά οξέα από εμπλουτισμένους χυμούς κυρίως και όχι από τα ψάρια τα οποία αποτελούν τις φυσικές πηγές τους. Το ερώτημα που τίθεται είναι: Έχουν την ίδια δράση τα ω-3 στα εμπλουτισμένα λειτουργικά τρόφιμα με τα ω-3 των ψαριών για τα ευεργετικά αποτελέσματα των οποίων υπάρχουν ήδη πολλές δημοσιευμένες μελέτες; Εξαιτίας λοιπόν αυτής της έλλειψης πληροφόρησης, ο Πανελλήνιος Σύλλογος Διαιτολόγων – Διατροφολόγων οργανώνει το Νοέμβριο την «Εβδομάδα Διατροφής» η οποία θα έχει ως θέμα τα λειτουργικά, τα βιολογικά και τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα. Οι ομιλίες θα είναι ανοικτές προς το κοινό και τα θέματα τα οποία θα καλυφθούν είναι ποικίλα και πολύ ενδιαφέροντα.
    Η σχέση της διατροφής με τη μακροζωία ήταν ακόμα ένα θέμα που συζητήθηκε. Μελέτες σε εκατοχρονίτες στην Κορέα έδειξαν πως παρά την ηλικία τους και τη φυτοφαγική διατροφή τους, τα επίπεδα της βιταμίνης Β12 στο αίμα τους ήταν φυσιολογικά. Η βιταμίνη Β12 όμως απαντάται κυρίως σε τρόφιμα ζωικής προέλευσης. Ένα άλλο χαρακτηριστικό της διατροφής αυτών των ανθρώπων ήταν η μεγάλη κατανάλωση λαχανικών, για τα οποία φάνηκε πως έχουν έντονη αντιοξειδωτική (αντιγηραντική) και αντιμεταλλαξιογόνο δράση. Τα φρούτα φάνηκε πως κυρίως έχουν αντιοξειδωτική δράση. Δύο άλλα ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της διατροφής των εκατοχρονιτών αποτελούν η ποσότητα και ο χρονισμός των γευμάτων τους. Αυτά αποτελούνται κάθε μέρα από την ίδια ποσότητα και πραγματοποιούνται την ίδια ώρα της ημέρας. Έτσι, μέχρι τώρα το βασικό στοιχείο της διατροφής που είχε αναγνωριστεί πως παίζει ρόλο στη μακροζωία ήταν ο περιορισμός των θερμίδων. Το παζλ έρχονται τώρα να συμπληρώσουν η σταθερή ποσότητα των γευμάτων, η κανονικότητα των ωραρίων που αυτά πραγματοποιούνται, η ποικιλία των τροφίμων που καταναλώνονται, η ισορροπία των θρεπτικών συστατικών όπως αυτή καθορίζεται από τη σύγχρονη διατροφή (ρωτήστε το διαιτολόγο σας σχετικά), η έμφαση στην κατανάλωση λαχανικών και τέλος η τήρηση συστηματικής φυσικής δραστηριότητας.
    Οι παρεμβάσεις στα σχολεία για την αντιμετώπιση της παιδικής παχυσαρκίας δε θα μπορούσαν να απουσιάζουν από το παγκόσμιο συνέδριο διαιτολογίας. Οι Ιάπωνες έχουν δημιουργήσει θέσεις εκπαιδευτών διατροφής στα σχολεία τους. Ο ρόλος των εκπαιδευτών αυτών είναι διττός: από τη μία εκπαιδεύουν τους μαθητές στους κανόνες της υγιεινής διατροφής (Shokuiku όπως χαρακτηριστικά ονομάζεται η διατροφική εκπαίδευση) και από την άλλη οργανώνουν τα σχολικά γεύματα με στόχο την ενσωμάτωση σε αυτά όσο το δυνατόν υγιεινότερων επιλογών και παραδοσιακών τροφίμων. Δεδομένα που προήλθαν από μελέτες άλλων χωρών επαλήθευσαν την ευεργετική επίδραση που μπορεί να έχει η διατροφική εκπαίδευση των μαθητών και η βελτίωση των σχολικών γευμάτων στη μάχη έναντι της παχυσαρκίας και στη μεταλαμπάδευση των αρχών της υγιεινής διατροφής στους μαθητές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δημιουργήσει ανάλογα το Εθνικό Ινστιτούτο Τροφοδοσίας, η Κορέα το Σύστημα Εκπαίδευσης Σχολικής Διατροφής και το Ηνωμένο Βασίλειο το Σύστημα Σχολικού Φαγητού. Οι Ολλανδοί πρόσφατα καθιέρωσαν σχολικά γεύματα και τα πρώτα ενθαρρυντικά αποτελέσματα στην υγεία και τις συνήθειες των μαθητών έχουν ήδη αρχίσει να διαφαίνονται. Έτσι δημιουργείται μια διατροφική παιδεία που θα τους συντροφεύει σε όλη τους τη ζωή. Θα ήταν λοιπόν ελπιδοφόρα η πραγματοποίηση παρεμβάσεων προς αυτή την κατεύθυνση από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων καθώς και το Τμήμα Προγραμματισμού, μελετών και αξιολόγησης της Διεύθυνσης Αγωγής Υγείας.
    Όσο αφορά στις καρδιαγγειακές παθήσεις παρουσιάστηκε από την Άλισον Μιντ (διαιτολόγος στο Ηνωμένο Βασίλειο) το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό πρόγραμμα προληπτικής καρδιολογίας με τον τίτλο EUROACTION. Το πρόγραμμα αυτό συμπεριέλαβε 8 χώρες (Δανία, Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία, Πολωνία, Ισπανία, Σουηδία, Ηνωμένο Βασίλειο) και 24 γενικά νοσοκομεία. Πρόκειται για μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή η οποία εξέτασε την υγεία 10.000 ασθενών με στεφανιαία νόσο καθώς και υγιών ατόμων υψηλού κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο. Η αντιμετώπιση των ασθενών έγινε από διεπιστημονική ομάδα στην οποία υπήρχε καρδιολόγος, γενικός ιατρός, νοσηλεύτρια, διαιτολόγος, και φυσικοθεραπευτής. Η έμφαση του προγράμματος δόθηκε όχι μόνο στον ασθενή αλλά και στο συγγενικό του περιβάλλον και οι στόχοι ήταν η διακοπή του καπνίσματος, η καθιέρωση υγιεινών διατροφικών επιλογών (περισσότερα φρούτα και λαχανικά, περισσότερα τρόφιμα ολικής άλεσης, περισσότερα λιπαρά ψάρια με υψηλή περιεκτικότητα σε ω-3 λιπαρά οξέα), η αύξηση της φυσικής δραστηριότητας, η μείωση της αρτηριακής πίεσης, των επιπέδων του σακχάρου, της ολικής και της «κακής» (LDL) χοληστερίνης.
    Ο ρόλος μιας διατροφής πλούσιας σε τρόφιμα φυτικής προέλευσης φάνηκε πως είναι εξέχουσας σημασίας στην πρόληψη του καρκίνου. Τα αξιοθαύμαστα βιοενεργά συστατικά των φυτικών τροφίμων (όπως η βιταμίνη C, τα καροτενοειδή, το σελήνιο, οι ινδόλες, οι φαινόλες, τα ισοθειοκυανικά και τα γλυκοζινολικά οξέα) έχουν επιδείξει αντικαρκινικές δράσεις και οι πιθανοί μηχανισμοί είναι πολλοί. Τα συστατικά αυτά μπορούν να επιδείξουν αντιοξειδωτική, αντιφλεγμονώδη δράση, να ενεργοποιήσουν ένζυμα που αποτοξινώνουν τον οργανισμό και να εμποδίσουν το σχηματισμό των νιτροζαμινών που προκύπτουν από το έντονο μαγείρεμα των τροφίμων. Τα όσπρια αποτελούν πλούσιες πηγές αντικαρκινικών συστατικών όπως οι σαπονίνες, οι αναστολείς της πρωτεάσης και η γ-τοκοφερόλη. Όλα αυτά τα τρόφιμα αποτελούν πλούσιες πηγές φυτικών ινών οι οποίες επίσης προστατεύουν έναντι του καρκίνου.
    Τέλος, όσο και αν ακούγεται παράξενο για τα ελληνικά δεδομένα, στην Αυστραλία, τον Καναδά ακόμα και στην Ολλανδία υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός πιστοποιημένων διαιτολόγων που πλέον απασχολείται στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και την εκπαίδευση. Ακόμα και οι μεγάλες επιχειρήσεις της Ιαπωνίας διαθέτουν διαιτολόγο επειδή ακριβώς έχουν υπολογίσει πως το κόστος της απώλειας ενός σημαντικού στελέχους από ασθένεια σχετιζόμενη με τη διατροφή θα είναι πολύ μεγαλύτερο από το κόστος πληρωμής ενός τουλάχιστον διαιτολόγου για την επιχείρηση. Επιπρόσθετα στην Ιαπωνία το 2003 δημιουργήθηκε νομοθετική ρύθμιση που προβλέπει καντίνες τροφίμων στους χώρους εργασίας. Ίσως έχει έρθει η ώρα της Ελλάδας να αναλάβει ενεργό δράση και να αφήσει τους διαιτολόγους να προσφέρουν στη δημόσια υγεία αυτά που πραγματικά μπορούν και τα οποία είναι πολλά. Με την κατάλληλη πολιτική πρωτοβουλία κάθε σχολείο θα μπορεί να έχει το διαιτολόγο του και κάθε δήμος, κοινότητα, όσο μακριά και αν βρίσκεται από μια μεγάλη πόλη, θα μπορεί να απευθύνεται σε διαιτολόγο που θα είναι ενταγμένος στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας. Το αξιοθαύμαστο είναι πως στις χώρες που προαναφέρθηκαν οι διαιτολόγοι της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας είναι ιδιώτες διαιτολόγοι που έχουν ενταχθεί σε αυτή.

    Ιουλίου 30, 2008

    Παιδικά τρόφιμα στο Σούπερ Μάρκετ: πόσο θρεπτικά είναι;

    Πολύ πρόσφατα, στην Οτάβα του Καναδά, έγινε μια έρευνα που στόχευσε στη διατροφική ανάλυση των τροφίμων που υπάρχουν σε ένα σούπερ μάρκετ και απευθύνονται στους μικρούς μας φίλους. Εξετάστηκε η διατροφική σύσταση 367 προϊόντων, εκτός αυτών που υπάγονται στην κατηγορία junk food, (γλυκά, αναψυκτικά, κέικς, τσιπς, πατατάκια).

    Τα προϊόντα που εξετάστηκαν ήταν για παράδειγμα δημητριακά, κράκερς, μπισκότα, σούπες, ποτά, ντρέσινγκς, σάλτσες, μαρμελάδες, κατεψυγμένα προϊόντα (πίτσες, πατάτες προτηγανισμένες, πακεταρισμένα μεσημεριανά γεύματα, βάφλες, στρούντελς), αλλά και γαλακτοκομικά προϊόντα όπως γάλα, γιαούρτι, τυριά, ποτά με βάση το γάλα ή το γιαούρτι. Το κοινό τους στοιχείο ήταν πως όλα με κάποιο τρόπο στόχευαν αποκλειστικά στην ομάδα των παιδιών.

    Το ενδιαφέρον της συγκεκριμένης μελέτης όμως, είναι πως ταυτόχρονα εξετάστηκε η σχέση ανάμεσα στα μηνύματα, τις εικόνες και τους ισχυρισμούς υγείας που είχαν αυτά τα τρόφιμα και της πραγματικής θρεπτικής τους ικανότητας. Ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή που η παιδική παχυσαρκία αποτελεί σοβαρό πρόβλημα δημόσια υγείας και επηρεάζει το 35% των παιδιών του Καναδά, των ΗΠΑ και της Ευρώπης, τα αποτελέσματα μιας τέτοιας έρευνας αποκτούν ξεχωριστό ενδιαφέρον.

    Οι περισσότερες μελέτες που αξιολογούν τα διατροφικά διαφημιστικά μηνύματα που μεταφέρονται προς τα παιδιά εστιάζουν κυρίως στα τηλεοπτικά μηνύματα των διαφημίσεων και τις καμπάνιες των εταιρειών γρήγορου φαγητού (φαστ φουντ). Τι συμβαίνει όμως σε μια άλλη συνιστώσα του περιβάλλοντός μας που ονομάζεται σούπερ μάρκετ; Αναμφισβήτητα, υπάρχει έλλειψη γνώσης των διατροφικών πληροφοριών των τροφίμων που βρίσκονται μέσα σε ένα σούπερ μάρκετ και στοχεύουν στα άτομα της παιδικής ηλικίας.

    Πέρα από την κλασσική κατηγοριοποίηση σε γλυκά, λιπαρά σνακς και αναψυκτικά με ζάχαρη και την ομαδοποίηση όλων αυτών κάτω από την ‘ομπρέλα’ που τιτλοφορείται ‘φαστ φουντ’ υπάρχει κενό πληροφόρησης. Οι διάφορες έρευνες δεν έχουν εξετάσει τα είδη των τροφίμων στις υπόλοιπες κατηγορίες προϊόντων, όπως των γαλακτοκομικών, των κατεψυγμένων και των αποξηραμένων.

    Τα λεγόμενα ‘χαρούμενα τρόφιμα’ για τα παιδιά θα πρέπει να περιγραφούν καλύτερα, καθώς πλέον δεν περιορίζονται μόνο στην κατηγορία των δημητριακών. Διατρέχουν πλέον κάθε είδος γεύματος, από το πρωινό και τα ενδιάμεσα σνακς μέχρι το μεσημεριανό και το δείπνο. Η διαδικασία μάρκετινγκ των τροφίμων αυτών προσπαθεί να πείσει πως τα παιδιά, λόγω των ειδικών αναγκών τους, χρειάζονται εξειδικευμένα γεύματα και τρόφιμα. Δημιουργείται όμως στα παιδιά η εντύπωση πως τα τρόφιμα γι αυτά πρέπει να είναι πολύχρωμα και διαφορετικά από αυτά των μεγάλων.

    Όλη η επιστήμη του εντυπωσιασμού, των χρωμάτων και των ηρώων των κινουμένων σχεδίων, τελικά ίσως να απομακρύνει τα παιδιά από την ουσία της διατροφής: τη θρεπτικότητα σε μια ηλικία πολύ κρίσιμη για την περαιτέρω ανάπτυξή τους. Προσοχή λοιπόν απαιτείται από τις διαφημιστικές εταιρείες και τους διαιτολόγους που συνεργάζονται με αυτές για να μη διαταραχθεί η ευαίσθητη σχέση των παιδιών με τη διατροφή και αλλοτροιωθεί σε κάτι που θυμίζει θρέψη αλλά τελικά οδηγεί σε κακοθρεψία και παχυσαρκία. Τα διαφημιστικά μηνύματα οφείλουν να φέρνουν τα παιδιά κοντά στην υγιεινή διατροφή και όχι να τα απομακρύνουν από αυτή.

    Ας μη λησμονούμε πως η παιδική παχυσαρκία χαρακτηρίζεται επιπρόσθετα από μια σειρά συνοδών νόσων, όπως υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, καρδιαγγειακά προβλήματα και κάποιες μορφές καρκίνου. Τα υπέρβαρα παιδιά υποφέρουν επίσης από ψυχολογικά προβλήματα, κατάθλιψη και κοινωνική αποξένωση. Οι προσπάθειες αντιμετώπισης του προβλήματος έχουν στοχεύσει την οικογένεια, το σχολείο αλλά και την κοινότητα. Ακόμα όμως δεν έχει βρεθεί ποια ακριβώς προσέγγιση είναι πιο αποτελεσματική. Ένα από τα στοιχεία που επαληθεύεται στις διάφορες έρευνες είναι ο ρόλος της βιομηχανίας τροφίμων στο πρόβλημα, καθώς προωθεί συστηματικά στα παιδιά τρόφιμα πλούσια σε ζάχαρη και/ή λίπος.

    Η έρευνα, λοιπόν, κατέληξε πως λιγότερο από 1% των τροφίμων που στοχεύουν τα παιδιά είναι φρούτα και λαχανικά, ενώ το 89% των παιδικών τροφίμων μπορεί να χαρακτηριστεί ως φτωχής διατροφικής αξίας, εξαιτίας υψηλών επιπέδων λίπους, ζάχαρης ή αλατιού. Ένα παιδικό τρόφιμο λοιπόν δεν είναι απαραίτητα θρεπτικό και το γεγονός αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν στη συγκεκριμένη έρευνα έχουν εξαιρεθεί τα τρόφιμα που χαρακτηρίζονται ως πολύ χαμηλής διατροφικής αξίας (junk food).

    Μέσα σε όλα αυτά τα ενδιαφέροντα έρχονται να προστεθούν οι διατροφικοί ισχυρισμοί (π.χ χαμηλού λίπους, πλούσιο σε σίδηρο κ.α.) που πραγματοποιούν πολλά από αυτά τα τρόφιμα. Στο σημείο αυτό υπάρχει η παγίδα πως μέσα από τον ισχυρισμό ο καταναλωτής σχηματίζει άποψη για τη συνολική θρεπτικότητα του τροφίμου. Όμως κανείς δεν αποκλείει πως ένα τρόφιμο που έχει διατροφικό ισχυρισμό στη μπροστινή του ετικέτα ‘χαμηλών λιπαρών’ μπορεί ουσιαστικά να είναι χαμηλής διατροφικής αξίας εξαιτίας υψηλών επιπέδων ζάχαρης. Άλλα προϊόντα που έχουν τον ισχυρισμό π.χ ‘δεν περιέχει τρανς λιπαρά’ μπορεί να έχουν χαμηλή θρεπτική αξία εξαιτίας υψηλής περιεκτικότητας λίπους ή υψηλής περιεκτικότητας σε αλάτι.

    Ποιά είναι όμως η ελληνική πραγματικότητα; Ένα γεγονός που συνέβη πρόσφατα νομίζω πως λύνει κάθε απορία. Το Συμβούλιο Ελέγχου Επικοινωνίας έκανε έκκληση, σε διαφημιστές και διαφημιζόμενους, για περιορισμό των υπερβολών στη διαφήμιση των τροφίμων και ποτών (π.χ αλλαντικά, αρτοειδή, αναψυκτικά, τυριά, βούτυρο) που επικαλούνται συμβολή στη διατήρηση ή και βελτίωση της υγείας των καταναλωτών. Αφορμή γι αυτή την έκκληση στάθηκαν διαφημιστικά μηνύματα, σύμφωνα με τα οποία, τρόφιμα κατά συνθήκη ‘επιβαρυντικά για την υγεία’ πλασάρονται ως υγιεινά ή και ‘θεραπευτικά’.

    Η επιστολή απευθύνθηκε στην ‘Ενωση Εταιρειών Διαφήμισης και Επικοινωνίας, αλλά το ενδιαφέρον του πράγματος είναι πως κοινοποιήθηκε στη Γ.Γ. Καταναλωτή του υπουργείου Ανάπτυξης και στην Καρδιολογική Εταιρεία. Το απογοητευτικό δε είναι πως πολλά από τα τρόφιμα τα οποία η επιστολή στοχοποιεί εφοδιάζονται από επιστημονικούς φορείς, κρατικούς και μη, με διαβεβαιώσεις που τα πιστοποιούν ή τα χαρακτηρίζουν ευεργετικά για την υγεία. Ακόμα και οι καρτουνίστικες φιγούρες που παρουσιάζονται σε εικόνες κάποιας δραστηριότητας περνούν υποσυνείδητα το μήνυμα πως π.χ το συγκεκριμένο παιδικό τρόφιμο δίνει ενεργητικότητα και υπερτερεί σε σχέση με άλλα που δεν έχουν τέτοιες ‘δραστήριες φιγούρες’ και δεν προκαλούν ταύτιση του παιδιού με αυτές.

    Τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα ο ΕΦΕΤ έχει καλέσει τις εταιρείες τροφίμων να υποβάλλουν τις προτάσεις τους για τους υποψήφιους ισχυρισμούς υγείας των τροφίμων. Χαρακτηριστικό είναι πως στον Καναδά επιτρέπονται μόνο 5 ισχυρισμοί υγείας για τα τρόφιμα και το νομοθετικό πλαίσιο είναι αυστηρό. Ενδιαφέρον ακόμα είναι το γεγονός πως στη συγκεκριμένη έρευνα όταν ρωτήθηκαν οι βιομηχανίες τροφίμων για τις ποσότητες των προστιθέμενων και όχι των φυσικά απαντώμενων σακχάρων στα υπό εξέταση τρόφιμα αρνήθηκαν να τις αποκαλύψουν. Η νομοθεσία που τελικά θα διέπει τους ισχυρισμούς υγείας στα τρόφιμα και ειδικά στα παιδικά αναμένεται με μεγάλο ενδιαφέρον.

    ΠΑΠΑΜΙΚΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ

    Νοσοκομειακός Διαιτολόγος ΓΝΑ – Κοργιαλένειο Μπενάκειο

    Ειδικός γραμματέας τύπου και δημοσίων σχέσεων Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων – Διατροφολόγων

    Υποψήφιος διδάκτωρ Διατροφογενωμικής Χαροκοπείου Πανεπιστημίου
    M.Med.Sci Κλινικός Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, Πανεπιστημίου Γλασκώβης
    MSc Healthcare Manager, Πανεπιστημίου Αθηνών
    Πτυχιούχος Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, Χαροκοπείου Πανεπιστημίου

    Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.