Διαιτολογία - Διατροφή

Απρίλιος 18, 2008

Κάπνισμα και σωματικό βάρος

Ποια η σχέση μεταξύ καπνίσματος, σωματικού βάρους, κατανομής σωματικού λίπους και αντίστασης στην ινσουλίνη; Πρόσφατη ανασκόπηση της δράσης του καπνίσματος στο μεταβολισμό και το σωματικό βάρος έδειξε πως στο βραχυπρόθεσμο διάστημα η νικοτίνη αυξάνει την ενέργεια που χρησιμοποιεί ο οργανισμός, ενώ ταυτόχρονα μειώνει την όρεξη.

Χαρακτηριστικό είναι πως ένα τσιγάρο επάγει 3% αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας μέσα σε μισή ώρα. Σε συνήθεις καπνιστές που κάπνισαν 24 τσιγάρα μέσα σε μία ημέρα, ο μεταβολισμός τους αυξήθηκε από 2230 θερμίδες σε 2445. Η εξήγηση για την προσωρινή αυτή δράση συνδέεται με το γεγονός πως η νικοτίνη διεγείρει το συμπαθητικό νευρικό σύστημα του οργανισμού το οποίο εκτός των άλλων επηρεάζει τον μεταβολικό μας ρυθμό. Η δράση όμως αυτή του καπνίσματος φαίνεται πως εξασθενεί σε παχύσαρκα άτομα και επηρεάζεται από το βαθμό φυσικής δραστηριότητας και τη γενικότερη φυσική κατάσταση του οργανισμού. Τα προαναφερθέντα γεγονότα πιθανότατα εξηγούν το γιατί οι καπνιστές τείνουν να έχουν χαμηλότερο σωματικό βάρος από τους μη καπνιστές αλλά και τον λόγο για τον οποίο αυτοί που διακόπτουν το κάπνισμα τείνουν να προσλαμβάνουν βάρος.

Παρ’ όλ’ αυτά, πρέπει να αναφερθεί πως είναι λίγες οι μελέτες που έχουν εξετάσει τα χρόνια αποτελέσματα του καπνίσματος στο μεταβολισμό και πως υπάρχουν μελέτες που δεν έχουν ανιχνεύσει καμία επίδραση. Τα αποτελέσματα των μελετών είναι πολλές φορές αντικρουόμενα, αλλά έχει ενδιαφέρον η παρατήρηση μιας μελέτης πως μετά από 30 ημέρες διακοπής του καπνίσματος ο μεταβολικός ρυθμός των γυναικών ήταν 16% χαμηλότερος σε σχέση με αυτόν πριν τη διακοπή του. Το γεγονός αυτό αποδόθηκε όχι μόνο στη μεταβολική δράση του καπνίσματος αλλά και στην αυξημένη πρόσληψη θερμίδων. Και φαίνεται λογική η αντικατάσταση μιας δραστηριότητας που μέχρι πρόσφατα πρόσφερε ευχαρίστηση (κάπνισμα) με μία άλλη που επίσης προσφέρει ευχαρίστηση (αυξημένη κατανάλωση τροφής).

Στην αντίπερα όχθη, οι ‘θεριακλήδες’ (άτομα δηλαδή που καπνίζουν πολύ) τείνουν να έχουν μεγαλύτερο σωματικό βάρος από τους ηπιότερους καπνιστές ή τους μη καπνιστές. Το γεγονός αυτό συνήθως αντανακλά, ιδιαίτερα στα χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα, τη σωρευτική δράση και άλλων κακών συνηθειών που συνοδεύουν το βαρύ κάπνισμα, όπως η έλλειψη φυσικής δραστηριότητας, η κακή διατροφή και η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ.

Μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση σε αυτό το σημείο αποτελεί το γεγονός πως όταν αυτά τα άτομα προσπάθησαν να κόψουν το κάπνισμα, αύξησαν το σωματικό τους βάρος. Αυτό τους απογοήτευσε και υποτροπίασαν ενδίδοντας ξανά στις παλιές καπνιστικές τους συνήθειες. Έτσι τα άτομα αυτά βίωναν κύκλους απώλειας και επαναπρόσληψης βάρους με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν περισσότερο για εμφάνιση παχυσαρκίας, αφού το φαινόμενο της κυκλικής διακύμανσης του σωματικού βάρους έχει συσχετιστεί με αυξημένη πιθανότητα παχυσαρκίας.

Ενδιαφέρουσα φαίνεται η θεωρία που έχει αναπτυχθεί για να εξηγήσει την πρόσληψη βάρους σε αυτούς που διακόπτουν το κάπνισμα. Η λεγόμενη ‘θεωρία του σημείου εκκίνησης’ υποστηρίζει πως κάθε άνθρωπος έχει ένα σωματικό βάρος αναφοράς γύρω από το οποίο το βάρος του παρουσιάζει διακυμάνσεις είτε ανοδικές είτε καθοδικές. Φαίνεται λοιπόν πως το κάπνισμα ωθεί προς τα κάτω αυτό το αρχικό βάρος αναφοράς με αποτέλεσμα δύο γεγονότα:αυτοί που καπνίζουν να έχουν μετατοπισμένο το σημείο εκκίνησης χαμηλότερα, άρα χαμηλότερο σωματικό βάρος και όταν παραιτούνται από το κάπνισμα το σημείο αναφοράς επιστρέφει στην αρχική του θέση ψηλότερα από πριν, άρα το σωματικό τους βάρος αυξάνεται.

Όμως το κάπνισμα δημιουργεί επιπρόσθετα ινσουλινοαντίσταση και έχει συσχετιστεί με συσσώρευση λίπους στην περιοχή της κοιλιάς. Αυτές του οι δράσεις αυξάνουν τον κίνδυνο για μεταβολικό σύνδρομο (κατάσταση στην οποία συνυπάρχει αυξημένη περιφέρεια μέσης, πιθανώς άσχημο λιπιδαιμικό προφίλ και αυξημένη αρτηριακή πίεση ή επίπεδα σακχάρου) και σακχαρώδη διαβήτη. Το μεταβολικό σύνδρομο και ο σακχαρώδης διαβήτης με τη σειρά τους αποτελούν παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο.

Αν στις ανεπιθύμητες δράσεις του καπνίσματος συνυπάρχει και το υπέρβαρο ή παχυσαρκία τότε ο συνδυασμός είναι θανατηφόρος. Τα νούμερα των στατιστικών είναι αποκαλυπτικά: Το προσδόκιμο ζωής των παχύσαρκων καπνιστών ήταν 13 χρόνια λιγότερα σε σχέση με αυτό των μη-καπνιστών φυσιολογικού βάρους, όπως φάνηκε στη μελέτη Framingham. Στην ίδια μελέτη φάνηκε πως το 30% – 50% των παχύσαρκων καπνιστών κατέληξε μεταξύ του ηλικιακού εύρους των 40 – 70 ετών. Το αντίστοιχο ποσοστό για τους μη-καπνιστές φυσιολογικού βάρους ήταν μόνο 10%.

Ανακεφαλαιώνοντας, θα πρέπει να τονιστεί πως υπάρχει σχέση μεταξύ καπνίσματος και σωματικού βάρους και πως τα άτομα που καπνίζουν πολύ έχουν μεγάλο κίνδυνο να γίνουν παχύσαρκα σε σχέση με αυτούς που καπνίζουν ελαφρά ή καθόλου. Αυτό συμβαίνει γιατί οι επιβαρυντικές συνήθειες (έλλειψη σωματικής άσκησης, κακή διατροφή, αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ) που σχετίζονται με το βαρύ κάπνισμα φαίνεται πως τελικά υπερνικούν τις μεταβολικές του επιδράσεις που δημιουργούν μια μικρή απώλεια βάρους.

Η ανησυχία που οι περισσότεροι έχουν πως θα πάρουν βάρος αν σταματήσουν να καπνίζουν δεν ευσταθεί, γιατί το φαινόμενο της πρόσληψης 200 – 300 θερμίδων παραπάνω ημερησίως φαίνεται πως εξασθενεί μετά από 6 μήνες. Αν σε όλα αυτά συνυπολογιστεί η επιβάρυνση που δημιουργεί στο αναπνευστικό σύστημα και σε όλα τα αγγεία του σώματος, η ινσουλινοαντίσταση και η συσσώρευση λίπους στην κοιλιακή χώρα τότε υπάρχει σοβαρός λόγος όλοι να εναρμονιστούμε με την εθνική πολιτική ενάντια στο κάπνισμα που πρόσφατα χάραξε η κυβέρνηση και να δηλώσουμε ευθαρσώς: ‘Βέτο στο κάπνισμα!’.

Μάρτιος 29, 2008

Ποια φάρμακα μας παχαίνουν

Όλοι μας κάποια στιγμή για τον ένα ή τον άλλο λόγο έχουμε αναγκαστεί να λάβουμε κάποια μορφή φαρμακευτικής θεραπείας. Όλοι μας επίσης έχει τύχει να παρατηρήσουμε πως κατά τη διάρκεια ή μετά τη λήξη της η ζυγαριά μας δείχνει μερικά κιλά βαρύτερους. Κατά πόσο όμως μπορεί η αύξηση βάρους να αποδοθεί στη φαρμακευτική θεραπεία; Και αν όντως ισχύει κάτι τέτοιο τί γίνεται στην περίπτωση φαρμάκων που λαμβάνονται για χρόνιες ασθένειες και κατά συνέπεια για μακρύ χρονικό διάστημα;

Για να απαντηθούν αυτά τα καίρια ερωτήματα έχουν διεξαχθεί διάφορες τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες στις οποίες υπήρχαν δύο ομάδες ασθενών. Αυτοί οι οποίοι λάμβαναν το ‘παχυσαρκογόνο’ φάρμακο και αυτοί οι οποίοι λάμβαναν ένα εικονικό φάρμακο το οποίο δεν είχε καμία επίδραση (placebo). Η διάρκεια αυτών των μελετών ήταν τουλάχιστον τρεις μήνες και σε μερικές έφτανε μέχρι και τον ένα χρόνο παρακολούθησης. Αξίζει επιπρόσθετα να αναφερθεί πως σε πολύ λίγες μελέτες το κύριο στοιχείο έρευνας ήταν η αλλαγή του σωματικού βάρους. Θα ήταν πιο εύστοχο να ειπωθεί πως μελετώντας την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των φαρμάκων οι ερευνητές κατέγραφαν επιπρόσθετα το βάρος των ασθενών και παρατηρούσαν τις διακυμάνσεις του.
Για άλλα φάρμακα τα στοιχεία επιβεβαιώνονται συνεχώς από τις διάφορες μελέτες, ενώ για άλλα τα στοιχεία από ποικιλες μελέτες είναι αντικρουόμενα και άρα όχι τόσο επιβεβαιωμένα. Τα φάρμακα που σίγουρα προκαλούν αύξηση βάρους ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες και αφορούν διαφορετικές παθήσεις. Είναι όλα όμως φάρμακα πρώτης γραμμής για την αντιμετώπιση των ασθενειών αυτών. Έτσι, στην κατηγορία των φαρμάκων για τον σακχαρώδη διαβήτη αύξηση βάρους προκαλούν η ινσουλίνη, οι σουλφονυλουρίες και οι θειαζολιδινεδιόνες.

Ειδικά για την περίπτωση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι (νεανικός διαβήτης) ενδιαφέρον αποτελεί η παρατήρηση πως η ασθένεια προκαλεί απώλεια βάρους και η ανταπόκριση στη φαρμακευτική θεραπεία προκαλεί αύξηση βάρους τέτοια που συχνά ξεπερνά τα επίπεδα του φυσιολογικού. Στην περίπτωση της αρτηριακής υπέρτασης οι αποκλειστές των β-αδρενεργικών υποδοχέων έχουν εκτός των άλλων ανάλογα αποτελέσματα. Αυτό γίνεται στην περίπτωση αυτή μέσω ταυτόχρονης μείωσης του μεταβολικού ρυθμού του οργανισμού. Σε αυτή την κατηγορία φαρμάκων η αύξηση δεν είναι μεγάλη και η προπανολόλη φαίνεται πως έχει την πιο έντονη επίδαση σε σχέση με τα υπόλοιπα. Τα κορτικοστεροειδή, όπως η κορτιζόνη που δίνονται στις περιπτώσεις φλεγμονωδών παθήσεων αυξάνουν το σωματικό βάρος με το να αυξάνουν την όρεξή μας. Στην περίπτωση των αλλεργιών και του αλλεργικού συναχιού φάρμακα όπως η κυπροεπταδίνη μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση του σωματικού βάρους.

Συνεχίζοντας, φάρμακα που δίνονται για την αντιμετώπιση των ψυχικών διαταραχών όπως η ψύχωση (αντιψυχωτικά φάρμακα), η διπολική διαταραχή (λίθιο) και η κατάθλιψη (τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά) έχουν συνήθως αυτή την ανεπιθύμητη παρενέργεια. Πρέπει να τονιστεί πως από τα αντιψυχωτικά φάρμακα η ολανζαπίνη και κλοζαπίνη έχουν συσχετιστεί με μεγαλύτερες αυξήσεις σωματικού βάρους. Τέλος, στην περίπτωση της επιληψίας, σε ανάλογο αποτέλεσμα μπορεί να οδηγήσει το βαλπροϊκό νάτριο. Χαρακτηριστικό είναι πως στην περίπτωση των αντιψυχωτικών φαρμάκων έχουν παρατηρηθεί οι μεγαλύτερες μεταβολές του σωματικού βάρους.

Ένα άλλο ερώτημα που έχει προβληματίσει την επιστημονική κοινότητα είναι το κατά πόσο η αύξηση αυτή είναι φαρμακολογικά δοσοεξαρτώμενη. Οι διάφορες μελέτες που εξέτασαν την περίπτωση αυτή δεν ανίχνευσαν τέτοια σχέση, ενώ ελάχιστες μελέτες υπέδειξαν μια τέτοια σχέση στην περίπτωση της ινσουλίνης και του σακχαρώδη διαβήτη. Μια ανάλογη συσχέτιση έχει γίνει για την ίδια πάθηση και για τη θειαζολιδινεδιόνη ροζιγλιταζόνη. Μια άλλη διαπίστωση αφορά τη χρονική στιγμή της φαρμακευτικής θεραπείας που παρατηρείται έντονα το φαινόμενο της αύξησης βάρους και τη χρονική στιγμή από την οποία και έπειτα ο οργανισμός αρχίζει και προσαρμόζεται και η αύξηση δεν είναι τόσο εμφανής. Οι διάφορες μελέτες καταδεικνύουν πως το φαινόμενο είναι έντονο στην αρχή της φαρμακευτικής θεραπείας για να αρχίσει να εξασθενεί μέσα στους έξι με δώδεκα μήνες της αγωγής. Αν σε όλα αυτά συνυπολογιστεί το γεγονός πως οι περισσότεροι ενήλικες προσλαμβάνουν κατά μέσο όρο μισό με ένα κιλό κάθε χρόνο, τότε μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτή η συμβολή των φαρμάκων αυτών στην αύξηση του επιπολασμού της παχυσαρκίας και στην επιβάρυνση της δημόσιας υγείας.

Τέλος, η αύξηση του σωματικού βάρους ως αποτέλεσμα της φαρμακευτικής αγωγής είναι μία από τις αιτίες μη τήρησής της. Έτσι, η νόσος επιδεινώνεται και η δημόσια υγεία επιβαρύνεται ακόμα περισσότερο. Ιδιαίτερα στην αντιψυχωτική θεραπεία η αύξηση του βάρους αποτελεί τη σημαντικότερη αιτία μη συμμόρφωσης με τη φαρμακευτική θεραπεία. Έτσι πλέον το θέμα αυτό στις συγκεκριμένη κατηγορία παθήσεων αποτελεί αντικείμενο έρευνας και η αντιμετώπισή του θεωρείται μείζονος σημασίας. Γι’ αυτό ακριβώς ο θεράπων ιατρός θα ήταν καλό να συζητά με τον ασθενή του το ενδεχόμενο της ανεπιθύμητης αυτής παρενέργειας και αν χρειαστεί να τον παραπέμπει σε διαιτολόγο για την άμεση αντιμετώπισή της.

Ανακεφαλαιώνοντας, μπορεί να ειπωθεί πως μια ευρεία γκάμα φαρμάκων που συνταγογραφούνται καθημερινά έχουν ως παρενέργεια την αύξηση του σωματικού βάρους. Οι διαφορές στη δοσολογία, στους πληθυσμούς που παρακολουθήθηκαν κάθε φορά, στη διάρκεια της φαρμακευτικής θεραπείας και της διαιτητικής συμβουλευτικής κάνουν δύσκολη τη γενίκευση των αποτελεσμάτων των μελετών που εξέτασαν το φαινόμενο αυτό. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν ακυρώνουν τις ενδείξεις και τις τάσεις που αποκαλύπτει κάθε μελέτη ξεχωριστά. Επίσης, δεν είναι λίγες οι φορές που δε δημοσιεύονται δεδομένα για τον τρόπο επίδρασης ενός φαρμάκου στο σωματικό βάρος. Επειδή η αύξηση του σωματικού βάρους μπορεί να έχει συνέπειες τόσο στην υγεία όσο και στον ψυχισμό του ασθενή οι διάφορες κλινικές δοκιμές για τα φάρμακα οφείλουν να δημοσιοποιούν λεπτομερή δεδομένα για την εν λόγω παρενέργεια. Ο ασθενής έχει αναφαίρετο δικαίωμα να γνωρίζει.

Μάρτιος 11, 2008

Πώς μεταβολίζει το σώμα μας τα αναψυκτικά;

Ένα σύνολο μελετών δείχνει πως η κατανάλωση αναψυκτικών που είναι πλούσια σε θερμίδες δεν μειώνει την πρόσληψη στερεών τροφίμων προκειμένου να διατηρηθεί το ενεργειακό ισοζύγιο. Έτσι, συνολικά καταναλώνουμε περισσότερες θερμίδες όταν η σίτισή μας περιέχει τέτοιου είδους ροφήματα.

Φαίνεται λοιπόν πως το σώμα μας χειρίζεται με διαφορετικό τρόπο τη ζάχαρη ή το σιρόπι καλαμποκιού υψηλής περιεκτικότητας σε φρουκτόζη όταν αυτό βρίσκεται σε αναψυκτικά (υγρή μορφή) συγκριτικά με όταν αυτό βρίσκεται σε στερεές τροφές.

Αυτό φαίνεται να δικαιολογείται από την εξελικτική μας πορεία, αν σκεφτούμε ότι μόνο το νερό και το μητρικό γάλα ήταν πάντα διαθέσιμα από την αρχή της εμφάνισής μας. Οι εναλλακτικές σε αυτά τα δύο υγρά εμφανίστηκαν πριν από περίπου 11.000 χρόνια τη στιγμή που το ανθρώπινο είδος εξελίσσεται εδώ και 100.000 – 200.000 χρόνια.

Έτσι μάλλον δεν διαθέτουμε το γενετικό αντανακλαστικό για να αντιδρούμε στις υγρές θερμίδες με αίσθημα κορεσμού. Μια πιθανή εξήγηση θα μπορούσε να είναι το διαφορετικό είδος των πεπτιδίων που εκκρίνουμε όταν καταναλώνουμε αυτά τα ροφήματα.

Για την ακρίβεια, όταν καταναλώνουμε στέρεες τροφές ή γάλα τότε στον γαστρεντερικό μας σωλήνα εκκρίνονται τέτοια πεπτίδια που αναστέλλουν την όρεξή μας και μας δίνουν το αίσθημα του κορεσμού. Από την άλλη πλευρά, τα ροφήματα που περιέχουν ζάχαρη ή αλκοόλ παράγουν μερικώς τέτοια ερεθίσματα, με αποτέλεσμα να μην μας καλύπτουν πλήρως και να πεινάμε σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτόν τον καιρό έχει δημιουργηθεί ένα συμβουλευτικό πάνελ κατανάλωσης ροφημάτων το οποίο έχει τοποθετήσει τα διάφορα ήδη ροφημάτων σε ιεραρχία. Πρώτη επιλογή αποτελεί το νερό και οι μη θερμιδικές εναλλακτικές που ακολουθούν είναι το τσάι ή ο καφές. Συνεχίζει το γάλα χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά και ακολουθούν τα μη θερμιδογόνα ροφήματα με υποκατάστατα ζάχαρης.

Προτελευταία στη λίστα έρχονται τα θερμιδογόνα ροφήματα που περιέχουν μερικά θρεπτικά συστατικά και, τέλος εμφανίζονται τα ροφήματα στα οποία έχει γίνει προσθήκη ζάχαρης ή σιροπιού καλαμποκιού υψηλής περιεκτικότητας σε φρουκτόζη. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός πως η κατανάλωση υγιεινών ροφημάτων, όπως το γάλα και ο καφές πέφτει, ενώ η κατανάλωση τσαγιού είναι χαμηλή.

Την ίδια στιγμή, η κατανάλωση των πλέον ανθυγιεινών αναψυκτικών διατηρείται σε υψηλά επίπεδα. Τα πιο δημοφιλή καταναλισκούμενα ροφήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι τα αναψυκτικά και ιδιαίτερα αυτά στα οποία έχει γίνει προσθήκη σιροπιού καλαμποκιού υψηλής περιεκτικότητας σε φρουκτόζη που αποτελούν το 80% των προστιθέμενων σακχάρων της αμερικανικής δίαιτας.

Το δεύτερο πιο δημοφιλές ρόφημα είναι η μπύρα, η οποία πέφτει στην κατηγορία του λιγότερου υγιεινού ‘θερμιδογόνου ροφήματος με περιεκτικότητα μερικών θρεπτικών συστατικών’. Φαίνεται επίσης πως τα ανθρακούχα και αλκοολούχα ποτά δημιουργούν μια ατελή αίσθηση κορεσμού, που μας εμποδίζει να νιώσουμε πλήρεις.

Καλό θα ήταν λοιπόν να έχουνε υπόψη πως στα πλαίσια μιας υγιεινής διατροφής ή κατά την προσπάθεια απώλειας βάρους η συγκεκριμένη κατηγορία ροφημάτων θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με ορθολογισμό και επιφυλακτικότητα.

Φεβρουάριος 28, 2008

ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ 2008: ΟΙ ΝΕΕΣ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ

Πολύ πρόσφατα, το Αμερικανικό Ίδρυμα Οστεοπόρωσης εξέδωσε τις ανανεωμένες οδηγίες για τη διάγνωση και την αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης στους άντρες 50 ετών και άνω αλλά και στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Οι προηγούμενες οδηγίες είχαν εκδοθεί το 1997 από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Οστεοπόρωσης και Νόσων των Οστών που στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Διεθνής Οργανισμός Οστεοπόρωσης.

Η οστεοπόρωση χαρακτηρίζεται και ως ‘σιωπηλή νόσος’ επειδή η εξέλιξή της είναι πολύ αργή και ασυμπτωματική, ενώ γίνεται πλέον έκδηλη με το πρώτο οστεοπορωτικό κάταγμα. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του αμερικανικού ιδρύματος για την οστεοπόρωση Bess Dawson–Hughes, από το πανεπιστήμιο Tufts της Βοστώνης: ‘η πρόληψη, η ανίχνευση και η αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης θα πρέπει να αποτελεί κυρίαρχο στόχο της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας’.

Πρόληψη

Η οστεοπόρωση μπορεί να προληφθεί με την υιοθέτηση κατάλληλων υγιεινών διαιτητικών συνηθειών αλλά και με συστηματική σωματική δραστηρότητα. Χαρακτηριστική σε αυτό το σημείο είναι η παρατήρηση πως στους ασθενείς δεν δίνεται απαραίτητη πληροφόρηση σε σχέση με το πώς μπορεί να προληφθεί η ασθένεια. Επίσης, σύμφωνα με το πόρισμα των κατευθυντήριων οδηγιών, πολλοί ασθενείς δεν έχουν καν την τύχη να τους γίνει εκτίμηση του οστεοπορωτικού κινδύνου που διατρέχουν πριν ακόμα εκδηλωθεί το οστεοπορωτικό κάταγμα.
Η πρόληψη της οστεοπόρωσης ξεκινά από την παιδική ηλικία.

Τουλάχιστον το μισό από το ασβέστιο του ενήλικου ατόμου καθορίζεται κατά τη διάρκεια της εφηβείας με μεγαλύτερους ρυθμούς προσαύξησης κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων της παιδικής ηλικίας και των πρώτων χρόνων της εφηβικής. Οι κρίσιμες ηλικίες στις οποίες η οστική μάζα προσεγγίζει τις μέγιστες τιμές είναι αυτές των 11 έως 14 ετών στα κορίτσια και 13 έως 17 ετών στα αγόρια.

Πλούσια διατροφή λοιπόν σε ασβέστιο, φρούτα και λαχανικά και όχι αντικατάσταση του γάλακτος από αναψυκτικά και αλκοολούχα ποτά πρέπει να αποτελεί τον οδηγό των γονέων και των παιδιών. Πόσο όμως ασβέστιο είναι αρκετό; Οι συστάσεις ανά χώρα και ηλικιακή ομάδα ποικίλουν και κυμαίνονται από τα 500 mgr ημερησίως στο Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι και τα 1300 mgr ημερησίως στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Για επαρκείς ποσότητες βιταμίνης D επιβάλλεται η έκθεση στον ήλιο, ιδιαίτερα σε μια μεσογειακή χώρα σαν τη δική μας. Τα παιδιά πρέπει να βγαίνουν στις γειτονιές να παίζουν και όχι να εγκλωβίζονται συνέχεια σε επιτραπέζιους και ηλεκτρονικούς τρόπους ψυχαγωγίας. Το σχολείο και η πολιτεία επίσης μπορούν να αναλάβουν πρωτοβουλία για να ωθήσουν τους νέους σε ψυχαγωγικές εκδηλώσεις που εμπεριέχουν έντονη σωματική δραστηριότητα. Με το παιχνίδι στη γειτονιά ή σε άλλους εξωτερικούς χώρους τα παιδιά θα εξασφαλίσουν έκθεση στο ηλιακό φως, σωματική δραστηριότητα (απαραίτητος παράγοντας για αύξηση της οστικής μάζας) και καλύτερη ψυχολογία.

Τρίτη ηλικία

Από την άλλη πλευρά, οι ηλικιωμένοι είναι αυτοί που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για ένα οστεοπορωτικό κάταγμα. Χαρακτηριστικό επίσης είναι πως τα άτομα με χαμηλό βάρος και δείκτη μάζας σώματος (BMI) διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για οστεοπορωτικό κάταγμα. Για παράδειγμα, ένα άτομο με BMI 20 έχει διπλάσιο κίνδυνο οστεοπορωτικού κατάγματος από ένα άλλο με BMI 25. Η παρατήρηση αυτή δε θα πρέπει να παρερμηνευθεί και να θεωρήσει κάποιος πως με το να είναι παχύσαρκος είναι προστατευμένος έναντι των οστεοπορωτικών καταγμάτων σε σχέση με κάποιον που έχει φυσιολογικό βάρος.

Μετά την ηλικία των 65 ετών λοιπόν, παρατηρείται έλλειψη ασβεστίου, πρωτεΐνης και βιταμίνης D στους ανθρώπους των ηλικιών αυτών. Μια διατροφή πλούσια σε ασβέστιο και βιταμίνη D με την κατάλληλη συμπληρωματική χορήγηση ασβεστίου και βιταμίνης D μπορούν να μειώσει τον κίνδυνο πτώσης, εφόσον η ημερήσια δόση βιταμίνης D ξεπερνά τις 700 διεθνείς μονάδες (IU) και του ασβεστίου τα 1000 μιλιγραμμάρια (mgr) την ημέρα. Παρόλα αυτά η χορήγηση συμπληρωμάτων ασβεστίου θα πρέπει να σχεδιάζεται προσεκτικά και αν οι ανάγκες καλύπτονται μόνο από τη διατροφή θα πρέπει να αποφεύγεται.

Οι ασθενείς με οστεοπόρωση θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν από τη διατροφή τους 1 γραμμάριο πρωτεΐνης ανά κιλό σωματικού βάρους ημερησίως. Η επαρκής πρόσληψη πρωτεΐνης μπορεί να μειώσει τις συνέπειες ενός οστεοπορωτικού κατάγματος, όπως για παράδειγμα την αναιμία που πολλές φορές παρατηρείται. Με αυτόν τον τρόπο μειώνεται επιπρόσθετα ο χρόνος νοσηλείας των ασθενών αυτών.

Η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων αλκοόλ επίσης έχει συνδεθεί με κίνδυνο για οστεοπορωτικό κάταγμα και η σχέση μάλιστα φαίνεται να είναι δοσοεξαρτώμενη. Όταν η κατανάλωση είναι περίπου 2 μονάδες αλκοόλ ημερησίως, ο κίνδυνος δεν είναι αυξημένος. Αντίθετα, πολλές μελέτες δείχνουν πως ο κίνδυνος μειώνεται σε αυτά τα επίπεδα κατανάλωσης. Ποσότητες όμως μεγαλύτερες των 3 μονάδων αυξάνουν τον κίνδυνο κατάγματος με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Οι ασθενείς μπορούν να συμβουλεύονται τον διαιτολόγο τους ή τον γιατρό τους για το πώς μπορούν να πετύχουν τους προαναφερθέντες διατροφικούς στόχους.

Ανακεφαλαιώνοντας, θα πρέπει να επισημανθεί πως κοιτώντας μέσα από το διατροφική θεώρηση της νόσου, θα πρέπει να καλλιεργηθεία αρχικά στα παιδιά η έννοια της σωστής διατροφής. Αυτό μπορεί να γίνει τόσο από το οικογενειακό όσο και από το σχολικό περιβάλλον. Τόσο στα παιδιά όσο και σε αυτούς που διατρέχουν κίνδυνο ή στους ήδη ασθενείς να δίνεται η συμβουλή για επαρκή πρόσληψη διαιτητικής ποσότητας ασβεστίου, βιταμίνης D, πρωτεΐνης, φρούτων και λαχανικών τα οποία είναι πλούσια σε βιταμίνη Κ. Αν όλα αυτά συνδυαστούν και με επαρκή επίπεδα σωματικής δραστηριότητας, τότε μπορούμε να αναμένουμε μειωμένους ρυθμούς εμφάνισης οστεοπορωτικών καταγμάτων.

Φεβρουάριος 24, 2008

ΕΛΕΓΧΟΣ ΒΑΡΟΥΣ ΣΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ

http://www.anew.gr/diet/article.php?aid=64

υπάρχουν διαιτολόγοι και στα ελληνικά νοσοκομεία και με μόνο 3 ευρώ μπορούν να αναλάβουν την παρακολούθηση του σωματικού σας βάρους όπως και τη διαιτολογική αντιμετώπιση πληθώρας ασθενειών.

ΑΒΓΑ ΚΑΙ ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ

Καταχωρημένο ως: διατροφή, εγκεφαλικό, καρδιαγγειακά, υγεία — diaitologia @ 1:07 μ.μ

Η καρδιακή ανεπάρκεια αποτελεί μείζον πρόβλημα δημόσιας υγείας και έχει διάφορους παράγοντες κινδύνου όπως η αρτηριακή υπέρταση και η εκδήλωση εμφράγματος μυοκαρδίου.

Τα αβγά εκτός από τα 200 mgr χοληστερόλης ανά τεμάχιο που περιέχουν, διαθέτουν και μια πληθώρα άλλων θρεπτικών συστατικών, όπως βιταμίνες του συμπλέγματος Β, βιοτίνη, μέταλλα, φυλικό οξύ, πρωτεΐνες, μονοακόρεστα λιπαρά οξέα και χολίνη που έχει ευεργετικές ιδιότητες στη μνήμη και τη λειτουργία του εγκεφάλου.

Πολύ πρόσφατα διερευνήθηκε η σχέση της κατανάλωσης αβγών με τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας. Όταν δε η μελέτη περιλαμβάνει 21.752 άτομα και δημοσιεύεται στην έγκριτη επιστημονική επιθεώρηση ‘Circulation’, τότε τα αποτελέσματά της παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Οι ερευνητές Djousse της Ιατρικής σχολής του Χάρβαρντ και Gaziano πραγματοποίησαν μια προοπτική μελέτη εξετάζοντας με ερωτηματολόγια τροφίμων τη συχνότητα κατανάλωσης αβγών. Τα δεδομένα προήλθαν από τη ‘μελέτη των ιατρών’ και διερευνήθηκε η σχέση μεταξύ διατροφικής χοληστερόλης και καρδιακής ανεπάρκειας σε άντρες. Η μελέτη διήρκεσε 20 χρόνια και οι ερευνητές ενημέρωναν τα δεδομένα τους για τη συχνότητα κατανάλωσης των αβγών, ξανακάνοντας τα ερωτηματολόγια, 2, 4, 6, 8 και 10 χρόνια μετά την πρώτη φορά. Αυτό έγινε γιατί υπήρχε η πιθανότητα να αλλάξουν οι συνήθειες των υπο μελέτη ατόμων κατά τη διάρκεια της μελέτης.
Λαμβάνοντας λοιπόν όλα αυτά υπόψη, τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν πως καταναλώνοντας λιγότερα από 6 αβγά την εβδομάδα δεν υπάρχει κίνδυνος εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας στο μέλλον, ενώ καταναλώνοντας περισσότερα από 7 αβγά την εβδομάδα οι άντρες έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας μελλοντικά.

Το αξιοσημείωτο εύρημα της συγκεκριμένης μελέτης είναι πως η διαπίστωση που αφορούσε τις προαναφερόμενες καταναλώσεις αβγών εξακολουθούσε να ισχύει ακόμα και γι αυτούς στους οποίους δεν είχε προηγηθεί έμφραγμα μυοκαρδίου, το οποίο όπως προείπαμε αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση καρδιακής ανεπάρκειας. Αυτό έχει σημασία επειδή σε πρηγούμενη μεγάλη μελέτη που εξέτασε 37.851 άτομα δείχθηκε πως τα άτομα που κατανάλωναν περισσότερα του 1 αβγού την ημέρα (δηλαδή περισσότερα από 7 την εβδομάδα) είχαν αυξημένο κίνδυνο για στεφανιαία νόσο. Παρ’ όλ’ αυτά πρέπει να αναφερθεί πως υπάρχουν και μελέτες που δεν έχουν συσχετίσει την κατανάλωση αβγών με κίνδυνο εμφάνισης σταφανιαίας νόσου.

Μία άλλη πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση ήταν πως υπάρχουν 2 κατηγορίες ατόμων: αυτοί των οποίων ο οργανισμός υπεραντιδρά στην κατανάλωση διαιτητικής χοληστερόλης και αυτοί των οποίων ο οργανισμός υποαντιδρά. Στη συγκεκριμένη μελέτη φάνηκε πως η κατανάλωση αβγών δεν συσχετίζεται με τα επίπεδα της χοληστερόλης στο αίμα. Έτσι, ο αυξημένος κίνδυνος για καρδιακή ανεπάρκεια από την αυξημένη κατανάλωση αβγών δε μπορεί να αποδοθεί στην αύξηση των επιπέδων της χοληστερόλης του αίματος.

Ανακεφαλαιώνοντας τα ευρήματα της μεγάλης αυτής μελέτης πρέπει να τονίσουμε πως το αβγό εξακολουθεί να αποτελεί ένα πολύ θρεπτικό τρόφιμο που συνδυάζει πληθώρα διατροφικών πλεονεκτημάτων. Συνδυάζει με τρόπο θαυμαστό λίγες θερμίδες με πλούτο θρεπτικών συστατικών: πρωτεΐνες υψηλής βολογικής αξίας, μέταλλα, ιχνοστοιχεία, βιταμίνες συμπλέγματος Β, φυλλικό οξύ, χολίνη και ευεργετικά για την υγεία μονοακόρεστα λιπαρά οξέα. Η κατανάλωσή του παρ’ όλ’ αυτά θα πρέπει να γίνεται με μέτρο, δεδομένης της υψηλής περιεκτικότητάς του σε χοληστερόλη. Αν συνυπάρχουν και παθήσεις όπως σακχαρώδης διαβήτης, υπέρταση και στεφανιαία νόσος τότε η κατανάλωσή του θα πρέπει να είναι περισσότερο ορθολογιστική.

Περισσότερα από 7 αβγά την εβδομάδα φαίνεται ότι σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας στους άντρες. Επειδή όμως το θέμα αυτό τίθεται υπό διερεύνηση για πρώτη φορά, ας μην είμαστε απόλυτοι και ας περιμένουμε και τα αποτελέσματα παρόμοιων ερευνών που θα γίνουν σε διαφορετικούς πληθυσμούς εκτός των αμερικανών.

Βασίλειος Α. Παπαμίκος (κινητό: 697786713 8)

Ειδικός Γραμματέας Δημοσίων Σχέσεων και Τύπου Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων - Διατροφολόγων

Υποψήφιος διδάκτωρ διατροφογενομικής Χαροκοπείου Πανεπιστημίου
M.Med.Sci Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Πανεπιστημίου Γλασκώβης
MSc Healthcare Manager, Πανεπιστημίου Αθηνών
Πτυχιούχος Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Χαροκοπείου Πανεπιστημίου

Ιανουάριος 18, 2008

ΔΙΑΒΗΤΗΣ 2008: ΟΙ ΝΕΕΣ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΔΙΑΒΗΤΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

Καταχωρημένο ως: Διαβήτης, διατροφή, καρδιαγγειακά, παχυσαρκία — diaitologia @ 12:22 π.μ.

Με την επιμέλεια του Πανελλήνιου Συλλόγου Διαιτολόγων-Διατροφολόγων

Πολύ πρόσφατα η αμερικανική διαβητολογική εταιρεία ανακοίνωσε την ανανεωμένη επίσημη θέση της για το ρόλο της διατροφής στην πρόληψη και ρύθμιση του σακχαρώδη διαβήτη. Πολύ συνοπτικά, οι οδηγίες προσπαθούν να καλύψουν όλες τις διαστάσεις της σύνθετης αυτής νόσου. Οι καινούριες οδηγίες αρχικά δίνουν έμφαση στην πρωτογενή πρόληψη του σακχαρώδη διαβήτη, στη συνέχεια επικεντρώνουν στην αντιμετώπιση της ασθένειας αφού αυτή εμφανιστεί (δευτερογενής πρόληψη) και στην εμφάνιση υπογλυκαιμικών κρίσεων, ενώ τέλος εστιάζουν στις επιπρόσθετες επιπλοκές και κινδύνους που δημιουργεί η ασθένεια όπως η δυσλιπιδαιία, ο αυξημένος κίνδυνος για καρδιαγγειακά νοσήματα, οι μικροαγγειοπάθειες, η νεφρική νόσος κ.α. Περιληπτικά, οι νέες διατροφικές οδηγίες της αμερικανικής διαβητολογικής εταιρείας συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα:

1. Κατάσταση προ-διαβήτη (επίπεδα γλυκόζης ανώτερα του φυσιολογικού αλλά όχι σε επίπεδα όπως του σακχαρώδη διαβήτη)

  • Εξατομικευμένη διατροφική θεραπεία από εξειδικευμένο διαιτολόγο
  • Διατροφική εκπαίδευση που θα αφορά τις ιδιαιτερότητες της ασθένειας και κινητοποίηση του ασθενή

2. Πρωτογενής πρόληψη

  • Αξιολόγηση του κινδύνου του ατόμου για μελλοντική εμφάνιση σακχαρώδη διαβήτη. Αξιολόγηση και της περιφέρειας μέσης εκτός από τον δείκτη μάζας σώματος.
  • Έμφαση στη ρύθμιση του σωματικού βάρους μέσω αλλαγών στον τρόπο ζωής, ιδιαίτερα για τα υπέρβαρα και παχύσαρκα άτομα. Στόχος η απώλεια της τάξης του 5% - 10%.
  • Υποθερμιδικές δίαιτες χαμηλών λιπαρών ή υδατανθράκων φαίνεται να είναι αποτελεσματικές στη βραχυπρόθεσμη περίοδο. Σημαντική η παρακολούθηση από διαιτολόγο.
  • Η κατανάλωση τροφών χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη, πλούσιων σε φυτικές ίνες και θρεπτικά συστατικά φαίνεται να δρα ευεργετικά στη μείωση του κινδύνου. Οι επιδράσεις της κατανάλωσης διαιτών χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου στον κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη τελούν υπό διερεύνηση.
  • Φυσική δραστηριότητα για τουλάχιστον μισή ώρα καθημερινά ή 150 λεπτά εβδομαδιαίως.
  • Ελάχιστη έως και μέτρια κατανάλωση αλκοόλ φαίνεται να μειώνει τον κίνδυνο. Δε συνίσταται όμως σε άτομα με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.
  • Δε μπορούν να γίνουν διατροφικές συστάσεις πρόληψης του διαβήτη τύπου Ι (νεανικός διαβήτης)
  • Για τους νέους, ισχύουν οι διατροφικές οδηγίες πρόληψης της νόσου των ενηλίκων με την προϋπόθεση πως καλύπτονται οι αυξημένες θρεπτικές ανάγκες που θέτει η ανάπτυξή τους.

3. Ρύθμιση και αντιμετώπιση της ασθένειας (δευτερογενής πρόληψη)

Υδατάνθρακες

  • Κατανάλωση υδατανθράκων κυρίως από πηγές φρούτων, λαχανικών, οσπρίων, δημητριακών ολικής άλεσης, γαλακτοκομικών προϊόντων χαμηλών λιπαρών
  • Συστηματικός υπολογισμός του επιπέδου των υδατανθράκων των γευμάτων
  • Οι υδατάνθρακες των τροφίμων που περιέχουν ζάχαρη μπορούν να αφαιρεθούν από τη συνολική ημερήσια ποσότητα υδατανθράκων ή να καλυφθούν από προσαρμογή της φαρμακευτικής θεραπείας. Στο σημείο αυτό χρήζει προσοχής η συνολική ενέργεια που προσλαμβάνεται από τα γεύματα
  • Χρησιμοποίηση του γλυκαιμικού δείκτη και του γλυκαιμικού φορτίου των τροφών ως επιπρόσθετο αλλά, όχι μοναδικό εργαλείο αξιολόγησης των τροφών. Εκπαίδευση από διαιτολόγο
  • Κατανάλωση τροφίμων πλούσιων σε φυτικές ίνες
  • Οι γλυκαντικές ουσίες είναι ασφαλείς εφόσον καταναλώνονται στις επιτρεπόμενες ημερήσιες ποσότητες.

Λιπίδια

  • Περιορισμός των κορεσμένων και των τρανς λιπαρών
  • Περιορισμός της διαιτητικής χοληστερόλης
  • Δύο ή περισσότερες μερίδες φρέσκου ψαριού εβδομαδιαίως κρίνονται απαραίτητες λόγω των ευεργετικών ω-3 πολυακόρεστων λιπαρών οξέων

Πρωτείνες

  • Αποφυγή πρωτεϊνικών διαιτών για απώλεια βάρους

Αλκοόλ

  • Μέχρι 1 ποτήρι κόκκινο κρασί για γυναίκες και μέχρι 2 ποτήρια κόκκινο κρασί για άντρες ημερησίως
  • Να καταναλώνεται συνήθως μαζί με το φαγητό
  • Προσοχή όταν μαζί με το αλκοόλ συνυπάρχουν υδατάνθρακες που μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα του σακχάρου

Συμπληρώματα βιταμινών

  • Δεν υπάρχουν αρκετά δεδομένα ώστε να συστήνεται η χρήση τους από τους διαβητικούς

4. Αντιμετώπιση των επιπλοκών της ασθένειας (τριτογενής πρόληψη)

Καρδιαγγειακός κίνδυνος

  • Κατανάλωση διαιτών πλούσιων σε φρούτα, λαχανικά, δημητριακά ολικής άλεσης και ανάλατους ξηρούς καρπούς
  • Αν υπάρχουν συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας, περιορισμός της κατανάλωσης αλατιού. Προσοχή στις κρυφές πηγές
  • Σε υπερτασικά άτομα, περιορισμός της κατανάλωσης άλατος σε συνδυασμό με δίαιτα πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και γαλακτοκομικά χαμηλών λιπαρών (δίαιτα DASH)
  • Μέτρια απώλεια βάρους προς όφελος της αρτηριακής υπέρτασης

Μικροαγγειακές επιπλοκές

  • Σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη και σε αρχικά στάδια χρόνιας νεφρικής νόσου, περιορισμός της πρόσληψης διαιτητικής πρωτεΐνης
  • Όσα προαναφέρθηκαν για τον καρδιαγγεικό κίνδυνο ισχύουν και σε αυτού του είδους τις επιπλοκές

Ιανουάριος 1, 2008

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ

Καταχωρημένο ως: Διαβήτης — diaitologia @ 3:15 μ.μ

Με ειρήνη, υγεία, λιγότερες ανισότητες, λιγότερη απληστεία, εξωστρέφεια, λιγότερη λαιμαργία και ανικανοποίητο στους ανρώπους.
Περισσότερη αλληλεγγύη, κατανόηση, αγάπη εσωτερικότητα και συνειδητότητα.

Από αυτό εδώ το μετερίζι θα συνεχίζω να σας ενημερώνω για τις διατροφικές εξελίξεις.

Να’ στε όλοι καλά.

Βασίλης

Δεκέμβριος 18, 2007

ΒΡΕΘΗΚΕ ΤΟ ΓΟΝΙΔΙΟ ΤΟΥ ΑΔΥΝΑΤΙΣΜΑΤΟΣ

Καταχωρημένο ως: διατροφή, διατροφογενετική, διατροφογενωμική, υγεία — diaitologia @ 11:13 μ.μ

Την αιτία που μερικοί άνθρωποι δεν παχαίνουν ό,τι και να τρώνε, ενώ άλλοι παχαίνουν με τον… αέρα πιστεύουν ότι ανακάλυψαν επιστήμονες από το Ιατρικό Κέντρο Southwestern του Πανεπιστημίου του Τέξας.

Όπως ανακοίνωσαν, είναι ένα γονίδιο η ενεργοποίηση ή απενεργοποίηση του οποίου καθορίζει εάν θα αποθηκευτεί λίπος στο σώμα ή όχι. Η ανακάλυψή τους εκτιμάται ότι μπορεί να ανοίξει νέους δρόμους στην καταπολέμηση της παχυσαρκίας και του τύπου 2 διαβήτη.

Το γονίδιο λέγεται adp (από την λέξη adipose που σημαίνει λιπώδης) και ο ακριβής τρόπος λειτουργίας του βρέθηκε σε πειράματα με έντομα (δροσόφιλες, σκώληκες) και θηλαστικά (ποντίκια).

Το γονίδιο αυτό φέρουν επίσης οι άνθρωποι και οι επιστήμονες ετοιμάζονται να το μελετήσουν σε κλινικές μελέτες, οι οποίες πιθανώς θα γίνουν σε Ινδιάνους Πίμα από τις νοτιοδυτικές ΗΠΑ και σε Αυστραλούς Αβοριγίνες, καθώς και οι δύο φυλές αποκτούν πολύ υψηλά επίπεδα τύπου 2 διαβήτη και παχυσαρκίας μόλις υιοθετήσουν δυτικό τρόπο ζωής.

Όπως γράφουν ο δρ Τζόναθαν Γκραφ και οι συνεργάτες του στην επιθεώρηση «Cell Metabolism», το adp ανακαλύφθηκε πριν από 50 χρόνια, αλλά έως τώρα παρέμενε άγνωστο πως ακριβώς λειτουργεί.

Για να το εξακριβώσουν, χρησιμοποίησαν διάφορες μεθόδους για να το ενεργοποιούν και να το απενεργοποιούν, σε διάφορα στάδια της ζωής των πειραματόζωων και σε διάφορα τμήματα του σώματός τους.

«Όταν το ενεργοποιούσαμε, τα πειραματόζωα αδυνάτιζαν, ενώ όταν το απενεργοποιούσαμε, πάχαιναν», δήλωσε ο δρ Γκραφ. «Είναι δηλαδή ένα γονίδιο αδυνατίσματος, ένα γονίδιο λιτότητας».

Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι δρα ως υψηλού επιπέδου διακόπτης, που «λέει» στον οργανισμό εάν πρέπει να συσσωρεύσει λίπος ή να το κάψει.

Μολονότι η παχυσαρκία πιθανότατα προκαλείται από πλήθος γονιδίων και την αλληλεπίδρασή τους με τις συνήθειές μας και το περιβάλλον, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι το γονίδιο adp είναι ρυθμιστικό, δηλαδή ελέγχει την δραστηριότητα των άλλων.

Το adp έχει απομονωθεί στο ανθρώπινο γονιδίωμα σε μία περιοχή του που σχετίσθηκε σε προγενέστερες μελέτες με την παχυσαρκία και τον διαβήτη.

«Ακόμα και εάν ένας άνθρωπος δεν φέρει μεταλλαγμένες μορφές του adp, η επινόηση ενός φαρμάκου που θα μπορεί να το επηρεάζει μπορεί να αποτελέσει θεραπεία για την παχυσαρκία», τόνισε ο δρ Γκραφ.

Οι ειδικοί επισημαίνουν πως το γεγονός ότι το adp λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο σε ποντίκια και έντομα είναι σημαντικό, διότι σημαίνει ότι διατηρείται σε όλα τα είδη ή ότι εξελίχθηκε από τα «κατώτερα» στα «ανώτερα» ζώα.

Επιπλέον, δεν πρόκειται για ένα γονίδιο τύπου «όλα ή τίποτα», τουλάχιστον όχι στα ποντίκια στα οποία ενεργοποιήθηκε. «Η δράση του είναι η ρύθμιση του σωματικού όγκου», εξήγησε ο δρ Γκραφ. «Όσο λιγότερο λειτουργεί, τόσο περισσότερο παχαίνει κανείς, ενώ όσο εντονότερη είναι η λειτουργία του, τόσο μεγαλύτερο και το αδυνάτισμα».

ΠΗΓΗ: Cell Metabolism

Δεκέμβριος 6, 2007

ΣΟΚΟΛΑΤΑ: ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Η αγάπη για τη σοκολάτα έχει μακρά ιστορία μέσα στο πέρασμα των αιώνων. Γνωστή και ως ‘τροφή των θεών’, η σοκολάτα κατείχε περίοπτη θέση στην ιστορία της Αμερικής πριν τον Κολόμβο.

Οι ντόπιοι κάτοικοι της Αμερικής (του σημερινού Μεξικού) σέρβιραν σοκολάτα στους ευρωπαίους εξερευνητές από τις αρχές του 15ου αιώνα. Από μόνη της η σοκολάτα έχει πικρή γεύση, αλλά η ζάχαρη που μεταφέρονταν από τις αποικίες της Αμερικής και της Καραϊβικής την έκανε τελικά γλυκιά στην ευρωπαϊκή γεύση.

Μέχρι τα μέσα του 1600 η δημοτικότητα της, γλυκιάς πλέον, σοκολάτας είχε εξαπλωθεί σε όλη την Ευρώπη. Το 1847 δημιουργήθηκε η πρώτη σοκολάτα γάλακτος και έγινε πολύ γρήγορα δημοφιλής σε όλη την υδρόγειο.
Σαν συστατικό με ξεχωριστή γεύση, η σοκολάτα μπορεί να συμπεριληφθεί αρμονικά σε ένα πλάνο υγιεινής διατροφής. Μπορεί άνετα να προσθέσει μια γευστική λάμψη σε θρεπτικά τρόφιμα, όπως το γάλα και να τα κάνει πολύ ελκυστικά.

Η άσπρη σοκολάτα δεν είναι σοκολάτα. Ακόμα και αν περιέχει κακαοβούτυρο (λίπος το οποίο εξάγεται από τους σπόρους του κακάο) δεν περιέχει κακαόμαζα (η σκούρα καφέ πάστα), η οποία παράγεται από την επεξεργασία των σπόρων του κακάο. Συνήθως η άσπρη σοκολάτα αποτελείται από ζάχαρη, κακαοβούτυρο, γάλα, στερεά συστατικά, λεκιθίνη και βανίλια.

Η σοκολάτα, τρόφιμο φυτικής προέλευσης, περιέχει επίσης μια κατηγορία φυτοθρεπτικών συστατικών που καλούνται πολυφαινόλες (πιο εξειδικευμένα, φλαβονοειδή ή φλαβονόλες όταν περιέχονται στο κακάο1 ) τα οποία μπορεί να έχουν θετικές επιδράσεις στην υγεία.

Η επιστημονική έρευνα προσπαθεί να ανιχνεύσει τη σχέση της σοκολάτας με την καλή υγεία της καρδιάς, αφού το μαγικό αυτό γλύκισμα (και ιδιαίτερα η μαύρη σοκολάτα ‘υγείας’) φαίνεται να διαθέτει εκτός των άλλων και αξιοσημείωτες αντιοξειδωτικές ικανότητες. Σε αυτές αποδίδονται οι ευεργετικές επιδράσεις για την καρδιά και την αρτηριακή πίεση2 όπως και η αύξηση της ‘καλής’ χοληστερίνης. Μερικές μελέτες έδειξαν και προστατευτική δράση έναντι του καρκίνου3 και άλλων εκφυλιστικών παθήσεων.

Πόσες φορές δεν σας έχει παρουσιαστεί μια επίμονη και ακατανίκητη όρεξη για σοκολάτα ή για κάποιο επιδόρπιο ή γλυκό που να την περιέχει; Η επιστημονική έρευνα δείχνει ότι αυτό δεν είναι τυχαίο. Με το σύγχρονο δυτικοευρωπαϊκό τρόπο ζωής και με την υπερδιάθεση τροφίμων πλούσιων σε λίπος η προτίμηση προς αυτά είναι σε μεγάλο βαθμό θέμα κουλτούρας. Από τα χρόνια της βρεφικής και της παιδικής ηλικίας τα παιδιά μαθαίνουν μέσα από την εμπειρία πως το λίπος συνδυάζεται με την αίσθηση του κορεσμού ή με τη μείωση του αισθήματος της πείνας.

Οι υδατάνθρακες που περιέχει ένα φλιτζάνι ζεστής σοκολάτας μπορούν άραγε να σας ηρεμήσουν και να σας φτιάξουν τη διάθεση; Η επιστημονική κοινότητα δεν έχει οδηγηθεί σε τελικό συμπέρασμα. Οι υδατάνθρακες βοηθούν το σώμα να διασπάσει τα αποθέματα σεροτονίνης του, μιας ουσίας με ρόλο νευροδιαβιβαστή που εντοπίζεται στον εγκέφαλο. Η διάσπαση της σεροτονίνης με τη σειρά της αποφορτίζει το στρες, αλλά τελικό συμπέρασμα που να υποστηρίζει την καταπραϋντική δράση των υδατανθράκων της σοκολάτας δεν έχει βγει ακόμη.

Η σοκολάτα περιέχει αρκετό σίδηρο και οξαλικό οξύ. Φαίνεται πως το οξύ αυτό εμποδίζει την απορρόφηση του μη αιμικού σιδήρου (η μορφή του σιδήρου η οποία βρίσκεται στις φυτικές τροφές και δεν είναι τόσο καλά απορροφήσιμη). Η σοκολάτα, επίσης, περιέχει πολλά φυτοθρεπτικά συστατικά, όπως είναι οι τανίνες. Οι τελευταίες έχει φανεί πως συμβάλλουν στην καλή λειτουργία του ουροποιητικού συστήματος και μειώνουν τον κίνδυνο για στεφανιαία νόσο.

Η σοκολάτα επιπλέον περιέχει μια ουσία που ονομάζεται τυραμίνη. Η τελευταία ανήκει σε μια ευρύτερη κατηγορία ουσιών που καλούνται αγγειοσυσπαστικές αμίνες, η παρουσία των οποίων προκαλεί σύσπαση στα περιφερικά αγγεία του οργανισμού μας. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η σοκολάτα θεωρείται ένα από τα τρόφιμα που προκαλούν ημικρανίες.

Ας ‘λιώσουμε’ μερικούς μύθους για τη σοκολάτα

  1. Η σοκολάτα δημιουργεί ή χειροτερεύει την ακμή.
    Για χρόνια η προσοχή του κοινού ήταν μαγνητισμένη σε αυτή την αντίληψη. Η αλήθεια είναι πως οι ορμονικές αλλαγές κατά τη διάρκεια της εφηβείας αποτελούν τις συνήθεις αιτίες της ακμής και όχι η σοκολάτα. Αλλεργία στη σοκολάτα που να δημιουργεί ερύθημα είναι πολύ σπάνια.
  2. Οι μπάρες ή τα μπισκότα με χαρούπι αποτελούν πιο υγιεινές επιλογές από τη σοκολάτα.
    Ανέκαθεν το ξυλοκέρατο (στα τούρκικα χαρούπι) αποτελούσε υποκατάστατο για τη σοκολάτα. Το χαρούπι προέρχεται από τους σπόρους της ξυλοκερατιάς (χαρουπιάς) οι οποίοι είναι διαφορετικοί από αυτούς της σοκολάτας. Η αλήθεια όμως είναι πως το χαρούπι αποδίδει τον ίδιο αριθμό θερμίδων και λίπους με μια μπάρα σοκολάτας ίδιου μεγέθους.
  3. Η σοκολάτα περιέχει πολλή καφεΐνη.
    Ενώ αληθεύει πως η σοκολάτα περιέχει καφεΐνη, η ποσότητα της τελευταίας είναι πολύ μικρή. Ο καφές τύπου ντεκαφεϊνέ περιέχει περισσότερη, ενώ ο κανονικός καφές περιέχει ασύγκριτα μεγαλύτερη ποσότητα.
  4. Είναι το σοκολατούχο γάλα το ίδιο θρεπτικό για τα παιδιά με το κανονικό;
    Όπως το γάλα χωρίς γλυκαντικές ουσίες έτσι και η σοκολάτα περιέχει ασβέστιο, φώσφορο, πρωτεΐνη, ριβοφλαβίνη και βιταμίνη D, συστατικά τα οποία τα παιδιά χρειάζονται. Το γάλα με προσθήκη γλυκαντικών ουσιών, όπως αυτές της σκόνης του κακάο ή της σοκολάτας, προσδίδει περισσότερες θερμίδες εξαιτίας των προστιθέμενων σακχάρων, αλλά τα συγκεκριμένα σάκχαρα συμβάλλουν στη δημιουργία τερηδόνας όσο και κάθε άλλος τύπος υδατάνθρακα π.χ η κοινή επιτραπέζια ζάχαρη. Το μόνο αρνητικό σημείο είναι πως το γάλα ίσως να εμποδίζει την απορρόφηση των αντιοξειδωτικών ουσιών του κακάο και ειδικότερα των κατεχινών.
  5. Ορισμένοι άνθρωποι είναι εθισμένοι στη σοκολάτα.
    Σίγουρα η γεύση, το άρωμα και η υφή της σοκολάτας αποτελούν πολύ ελκυστικά χαρακτηστικά για τους περισσότερους. Παρά το γεγονός πως η προτίμηση ορισμένων ανθρώπων είναι μεγαλύτερη για τη σοκολάτα σε σχέση με άλλους, ο όρος του εθισμού στο συγκεκριμένο γλύκισμα δεν ισχύει. Μπορεί η κατανάλωση σοκολατούχων γλυκισμάτων να γίνει συνήθεια για συγκεκριμένη χρονική περίοδο, αλλά ποτέ δεν φτάνει στα όρια της εξάρτησης.

Η επιστήμη εξερευνά τον πιθανό ρόλο της σοκολάτας στους νευροδιαβιβαστές του εγκεφάλου σεροτονίνη και ντοπαμίνη, ουσίες που είναι υπεύθυνες για την αίσθηση ευεξίας που μας δημιουργείται. Βρέθηκε λοιπόν, πως η σοκολάτα περιέχει φαινυλαιθυλαμίνη (ουσία υπεύθυνη για συναισθήματα ενθουσιασμού) και τρυπτοφάνη, μια ουσία από την οποία συντίθεται η σεροτονίνη και τα αποτελέσματα του γεγονότος αυτού αναφέρθηκαν λίγες γραμμές πιο πάνω.

Η μεγάλη ανάγκη για σοκολάτα από τις γυναίκες λίγο πριν από την έμμηνο ρύση ίσως εξηγείται από την περιεκτικότητά της σε μαγνήσιο, το οποίο ‘απαλύνει’ την ένταση που νιώθει κανείς.4 Μας βοηθά όμως να είμαστε και σε μια σχετική εγρήγορση, αφού περιέχει δύο ελαφρά διεγερτικά σε μέτριες ποσότητες: την καφεΐνη και τη θεοβρωμίνη (συστατικό του κακάο το οποίο ανήκει στην οικογένεια των μεθυλξανθινών). Η πιο ψυχοτρόπος ουσία της σοκολάτας θεωρείται το ανανταμίδιο που δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας πανίσχυρος νευροδιαβιβαστής.

Πέρα από όλες τις πιθανές ευεργετικές δράσεις, ας μην ξεχνάμε πως η μαύρη σοκολάτα περιέχει ζάχαρη, λιπαρά και έχει υψηλή ενεργειακή πυκνότητα. Η σοκολάτα περιέχεται ως συστατικό σε πολλά τρόφιμα τα οποία έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά κι έτσι, ενώ η αρχική επιθυμία είχε ως στόχο τη σοκολάτα, το αποτέλεσμα της κατανάλωσης επέφερε μια επιπρόσθετη και μη επιθυμητή ποσότητα λίπους και θερμίδων.

Επειδή το μέτρο είναι καλό να μας διακρίνει σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, αναφέρουμε πως αν η σοκολάτα φτάσει στο σημείο να αντικαταστήσει άλλα πιο υγιεινά τρόφιμα π.χ ένα φρούτο, τότε μπορεί να δημιουργηθεί πρόβλημα, αφού μιλάμε πλέον για διαφορετικές ομάδες τροφίμων με τα φρούτα να υπερτερούν σαφέστατα.5 Γι αυτό θα ήταν προτιμότερο να τη θεωρήσουμε ένα υγιεινό αλλά όχι καθημερινό σνακ.

1. Καλό θα ήταν να ξεκαθαριστεί πως το κακάο περιέχει λιγότερο λίπος από τη σοκολάτα και από διατροφική άποψη θα έπρεπε να προτιμηθεί η κατανάλωσή του.
2. Φαίνεται πως συστατικά της σοκολάτας διατηρούν τα επίπεδα του μονοξειδίου του αζώτου των αρτηριών, το οποίο είναι ισχυρός αγγειοδιαστολέας. Μια άλλη επιστημονική θεώρηση αφορά την επικατεχίνη (αντιοξειδωτική ουσία της σοκολάτας) η οποία δρα ενάντια στη φλεγμονή των αγγείων και τα προστατεύει.
3.Αναφορά πρέπει να γίνει σε αυτό το σημείο στις προκυανιδίνες τις οποίες περιέχει η σοκολάτα. Πρόκειται για ισχυρά αντιοξειδωτικά συστατικά τα οποία θεωρούνται προστατευτικά έναντι διαφόρων μορφών καρκίνου.
4.Χαμηλά επίπεδά του στο αίμα έχουν συσχετιστεί με πιο έντονους πόνους της περιόδου.
5.Παρά το γεγονός πως η μαύρη σοκολάτα περιέχει περισσότερες αντιοξειδωτικές ουσίες σε σχέση με τα άλλα φρούτα, το τσάι και το κρασί, πρέπει να αναφερθεί πως και τα τρία αυτά είδη τροφίμων αποτελούν αναπόσπαστα μέρη της παραδοσιακής μεσογειακής διατροφής.

Παλιότερα άρθρα »

Blog στο WordPress.com.